ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΠΕΣΚΙΑΣ

στις

ΣΕΦ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
Η Κική Τριανταφύλλη μιλάει με τον Χριστόφορο Πέσκια, τον βραβευμένο μάγειρο, ο οποίος με τη βοήθεια της μοριακής γαστρονομίας αναδομεί τις γευστικές του αναμνήσεις.

Μαθητής και λάτρης του Φεράν Αντριά, ο Χριστόφορος Πέσκιας είναι ο διευθυντής της κουζίνας του «48», που φέτος βρίσκεται στην 69η θέση του καταλόγου με τα 100 καλύτερα εστιατόρια του κόσμου, σύμφωνα με το βρετανικό περιοδικό «Restaurant».
Στο κατάλογο αυτό πρώτο και καλύτερο έρχεται το «El Bulli» του διάσημου δασκάλου του στην Κόστα Μπράβα της Καταλονίας και δεύτερο το «Fat Duck» του Ιστον Μπλούμενταλ στο Λονδίνο, ενώ ένα ακόμη ελληνικό εστιατόριο -για την ακρίβεια ιταλικό είναι, αλλά βρίσκεται στην Κέρκυρα- του Ετρούσκο Μποτρίνι φιγουράρει στην 78η θέση.

 

 

Αγαπημένος των γευσιγνωστών της Αθήνας, ο Χριστόφορος Πέσκιας είναι ένας μεταμοντέρνος σεφ με άκρως αναγνωρίσιμο στυλ και μια απίστευτη ικανότητα να δίνει νέο σχήμα και υφή σε γνώριμα υλικά. Ο Πέσκιας γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κύπρο. Για μια διετία η οικογένειά του μετακόμισε στο Λονδίνο, επέστρεψε, όμως, στην Κύπρο όπου ο Χριστόφορος έκανε τουριστικές σπουδές. Στη συνέχεια έφυγε για την Αμερική όπου σπούδασε διοίκηση επιχειρήσεων στο Boston University και το 1991 εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα. Αρχισε να μαγειρεύει στο «Dash» της Κηφισιάς, όπου απέκτησε τους πρώτους οπαδούς του, συνέχισε στο Κολωνακιώτικο στέκι «Rock ‘n’ Roll» και αργότερα στο «Balthazar». Για ένα διάστημα εργάστηκε στο εστιατόριο του Τσάρλι Τρότερ στο Σικάγο –εκείνη την εποχή ήταν ο καλύτερος σεφ της Αμερικής- ενώ επίσης έχει μαθητεύσει δίπλα στον Μαρκ Μενό και τον Φεράν Αντριά. Η τεχνική του Πέσκια όμως απογειώθηκε πραγματικά από την ώρα, που ανέλαβε τη διεύθυνση του «48». Φέτος, μάλιστα, το «48» φιγουράρει στην 69η θέση του καταλόγου του περιοδικού «Restaurant» με τα 100 καλύτερα εστιατόρια του κόσμου (ένα ακόμη ελληνικό εστιατόριο, το Ετρούσκο του ιταλού Εκτορα Μποτρίνι στην Κέρκυρα, βρίσκεται στην 78η θέση). Πρώτο και καλύτερο, για τρίτη συνεχή χρονιά, έρχεται το El Bulli του Φεράν Αντριά στην Κόστα Μπράβα της Καταλωνίας, ενώ τη δεύτερη θέση καταλαμβάνει το Fat Duck του Ιστον Μπλούμενταλ στο Λονδίνο, επίσης για τρίτη συνεχή φορά.

Πότε μαγειρέψατε για πρώτη φορά;
Λίγο πριν φύγω από την Κύπρο για σπουδές άρχισα να φιάχνω καρμπονάρα. Αυτό ήταν όλο. Το μικρόβιο της μαγειρικής το κόλησα αργότερα στην Αμερική. Είχα μια φίλη αμερικάνα που της άρεσε να τρώει, παρακολούθησα κι ένα μάθημα, διάβαζα και μαγείρευα. Εκεί άρχισα να κάνω περισσότερα πράγματα.

Και έτσι αποφασίσατε να αλλάξετε επάγγελμα;
Στην Αμερική γνώρισα μια γυναίκα που άρχισε να σπουδάζει κοινωνιολογία 35 χρονών. Εγώ μέχρι τότε σαν καλό Κυπριωτάκι ήξερα ότι η σπουδή είναι ένα πράγμα που θα το χρησιμοποιήσω μετά στην καριέρα μου. Από τους Αμερικάνους όμως έμαθα ότι ο άνθρωπος πρέπει να ακολουθεί τα όνειρά του. Αυτό, λοιπόν, έκανα κι εγώ. Όταν γύρισα στην Ελλάδα δούλεψα σαν νυχτερινός διευθυντής στο Holiday Inn αλλά μετά από δύο μήνες με διώξανε. Τότε αποφάσισα να γίνω μάγειρας και σήμερα λέω τι καλά που γράφουν για μένα οι εφημερίδες αν και δεν είναι καλό να μας απασχολούν μόνο οι πρώτοι και οι πιο καλοί.

Τι ρόλο έπαιξαν οι αρχικές σπουδές σας;
Οι σπουδές είναι γνώση και η γνώση από μόνη της είναι κάτι πολύ σπουδαίο, αυτά που έμαθα δεν τα έχω πετάξει. Δεν με βοηθάνε για να φιάξω μια συνταγή αλλά μου έχουν προσφέρει καλύτερη σφαιρική αντίληψη των πραγμάτων. Και βέβαια με έχουν βοηθήσει πολύ στην οργάνωση της δουλειάς μου, αυτό άλλωστε ήταν και το αντικείμενο των σπουδών μου στο Πανεπιστήμιο.

Στο σπίτι σας μαγειρεύετε;
Ναι μαγειρεύω, όχι βέβαια καθημερινά. Συνήθως φιάχνω απλά πράγματα, μπριζόλες, φασολάκια, χωριάτικη, ότι τρώει δηλαδή όλος ο κόσμος. Η καθημερινότητα έχει έτσι κι αλλιώς τη δική της λογική, άλλα πράγματα βάζεις στο καθημερινό τραπέζι και άλλα τρώς στο εστιατόριο. Μερικές φορές, όμως, τρώμε και κινέζικα που μ’αρέσουν πολύ. Στο σπίτι έχω πάντα σόγια σος, όυστερ σως, μπλακ μπιν σος και τζίντζερ.

Εχετε δουλέψει διπλα σε διάσημους σεφ, ποιος είναι κατά τη γνώμη σας ο πιο σημαντικός ;
Ξεχωρίζω τον Φεράν (Αντριά), όχι για τα περίεργα που κάνει αλλά για τον τρόπο της σκέψης του και γιατί είναι ο μάγειρας-επιστήμονας, που θέλει να ψάξουμε τα φαινόμενα και να τα εξηγήσουμε. Με τον τρόπο του είναι και λίγο επαναστάτης αλλά σαν άνθρωπος, ο Φεράν είναι πολύ απλός και ωραίος τύπος. Ορισμένα πιάτα που έκανε, κυρίως παλιότερα, ήταν πολύ εντυπωσιακά. Θυμάμαι ένα κους κους από κουνουπίδι που γίνεται αν ξυρίσεις την επιφάνειά του. Είναι ιδιοφυές.

Λένε ότι είστε ο εκπρόσωπος της μοριακής γαστρονομίας στην Ελλάδα, εσείς πώς θα χαρακτηρίζατε την κουζίνα σας;
Ολες οι κουζίνες είναι προσωπικές πέρα όμως από αυτό θεωρώ ότι η δική μου κουζίνα είναι νοσταλγική. Τα τελευταία χρόνια, ιδίως, με απασχολούν πολύ οι μνήμες που κουβαλάμε και ειδικά οι μνήμες της Ελλάδας. Είναι οι μνήμες που έχω από αυτά που τρώω και νομίζω ότι είναι Ελλάδα, πέρα από τις προσωπικές μνήμες, όμως, υπάρχει και η συλλογική μνήμη που επίσης με απασχολεί όπως και η νοσταλγία.

Μέσα σε όλα αυτά μπαίνει και η κυπριακή κουζίνα;
Είναι αναπόφευκτο

Τι είναι η μοριακή γαστρονομία και σε τι διαφέρει από τη συμβατική;
Κατά τη γνώμη μου, είναι η κατανόηση των φαινομένων, όσο για τη διαφορά είναι θέμα καθαρά τεχνικό. Αν π.χ μέσα στο σιφόνι που κάνεις σαντιγί, βάλεις χυμό φρούτων και λίγο ζελατίνη θα βγάλεις αφρό. Αυτό είναι μοριακή γαστρονομία, όπως και το ψήσιμο σε κενό αέρος που απαιτεί να ξέρεις στους πόσους βαθμούς ακριβώς θα ψηθεί το κρεας.

Λένε ότι η μοριακή γαστρονομία δεν νοιάζεται για την υγιεινή διατροφή
Εξαρτάται ποιος το κάνει. Η μαγιονέζα π.χ. είναι μοριακή γαστρονομία δεν είναι, όμως, κακή. Αν χρησιμοποιήσεις βέβαια πολλά πρόσθετα όπως κάνουν οι βιομηχανίες τροφίμων είναι κακό. Η υψηλή γαστρονομία κάνει τέτοια πράγματα, αλλά χρησιμοποιεί καλά υλικά.

Η δική σας κουζίνα είναι υγιεινή;
Δεν χρησιμοποιούμε πρόσθετα ούτε κονσέρβες, δεν έχουμε κατάψυξη. Σερβίρουμε όμως γλυκάδια, νεφρά, φουά γκρα και δεν ξέρω πόσο υγεινά είναι όλα αυτά. Δεν ξέρω όμως και ποιον νοιάζει προς το παρόν. Νομίζω πάντως ότι το νέο γκουρμέ θα είναι πιο υγιεινό. Αυτή είναι η νέα τάση. Στην Ευρώπη το φουα γκρα το τρώμε ακόμη, αλλά σε κάποιες πολιτείες της Αμερικής έχει ήδη απαγορευτεί, στην Αυστραλία το ίδιο. Αυτό κάτι σημαίνει. Θα χάσει την αίγλη του. Είναι θέμα εποχής

Ο διάσημος σεφ Πωλ Μποκυζ σε μια παλιότερη συνέντευξή του –με τρόπο αρκετά «ξινό»- αποκηρύσσει την εισβολή της χημείας στη μαγειρική και αρνείται να χρησιμοποιήσει άζωτο όπως συνηθίζει ευρέως ο Φεράν Αντριά.
Όταν είσαι 80 χρονών και έρχεται κάποιος που αναιρεί αυτά που έχεις κάνει και σου λέει ότι υπάρχει και ένας άλλος τρόπος δεν είναι εύκολο να το δεχτείς. Κάθε καινούργιο αναιρεί το παλιό και τότε το παλιό «ξινίζει». Κι εγώ φαντάζομαι ότι θα «ξινίσω» σε μερικά χρόνια…

Ποιες από τις νεές τεχνικές χρησιμοποιείτε;
Για το ψήσιμο σε κενό αέρος (vacuum) έχουμε μια συσκευή που αφαιρεί τον αέρα και το φαγητό ψήνεται σε συγκεκριμένες θερμοκρασίες. Τη χρησιμοποιούμε και για μαρινάρισμα. Βάζεις π.χ. φρούτα με κονιάκ και όταν αφαιρεθει ο αέρας η μαρινάδα εισχωρεί καλύτερα. Κυρίως όμως χρησιμοποιείται για ψήσιμο, που θέλει άλλους χρόνους. Μερικά φαγητά π.χ κανουν δύο μέρες για να ψηθούν γιατί όταν κατεβάζεις τη θερμοκρασία πρέπει να αυξήσεις το χρόνο. Αυτό βέβαια δεν είναι κάτι που γίνεται στο σπίτι. Σε ένα εστιατόριο υψηλής γαστρονομίας, όμως πας ακριβώς για να φας πράγματα που δεν γίνονται στο σπίτι. Το vacuum είναι μια εξαιρετική τεχνική,
όπως και οι αφροί που είναι πολύ πιο υγιεινοί από μια μους. Ο αφρός έγινε για να αντικαταστήσει τη μους. Δεν έχει κρέμα γάλακτος ή αυγά και η γεύση του είναι πιο καθαρή.

Είναι και θέμα αισθητικής ;
Το αποτέλεσμα είναι διαφορετικό, είμαστε έτσι και αλλιώς σε άλλη εποχή με διαφορετική αισθητική που επηρεάζει και τη γαστρονομία.

Πώς εμπνέεστε τις συνταγές σας; Πειραματιζόσαστε;
Αμφιβάλλω αν ακόμη και σε ένα ζωγράφο έρχεται έτσι ξαφνικά η έμπνευση. Πρέπει να το ζήσεις αυτό το πράγμα. Ενας ζωγράφος βλέπει συνέχεια εικόνες, πηγαίνει σε εκθέσεις, παρακολουθεί την τέχνη. Ετσι κι εγώ ζω με το φαγητό. Τον τελευταίο καιρό πηγαίνω τακτικά στην Τουρκία, ασχολούμαι με το τι τρώνε, θαυμάζω το φαγητό τους, μ’αρέσει. Πάω σε μια ταβέρνα, τρώω και το σκέφτομαι. Όπως και στην επιστήμη έτσι και στη δουλειά μας στην αρχή χρειάζεται πάντα να κάνεις μια υπόθεση,μετά αρχίζεις να δουλεύεις την ιδέα και όσο περνάει ο καιρός κάνουμε περισσότερα πειράματα για να βγει κάτι πιο δουλεμένο.

Υπάρχει κάποιο υλικό που σας αρέσει περισσότερο;
Μ’αρέσει πολύ η ντομάτα και το σκόρδο, αν και δεν το χρησιμοποιώ συχνά.

Ποιο είναι το αγαπημένο σας πιάτο;
Μαρέσουν πολύ τα τυριά, τα αλλαντικά και το καλοκαίρι η χωριάτικη και τα βραστά αμπελοφάσουλα. Η γυναίκα μου, μάλιστα, με δουλεύει γιατί μπορεί να τα φιάξω και δύο φορές την εβδομάδα.

Όταν βγαίνετε με τη γυναίκα σας και τους φιλους σας που πάτε για φαγητό;
Τις Κυριακές το μεσημέρι πάμε συχνά στου Μαγγίνα, μια ταβέρνα στη γειτονιά μου στα Μελίσσια. Πάμε και σε φίλους, προχθές, πήγαμε στο Urban. Τα καλοκαίρια τρώμε συχνά στην «Αυλή του Αντώνη» στη Νέα Μάκρη και στο Χαϊδάρι στη «Γιορτή», έχω μια κορούλα που της αρέσει να παίζει στον κήπο, είναι και φίλος μου ο Γιάννης (Μπαξεβάνης).

Ποια είναι η γνώμη σας για την ελληνική εστίαση;
Είναι στο ίδιο επίπεδο που είναι και όλα τα άλλα πράγματα στην Ελλάδα. Είμαστε λίγο γκρινιάρηδες, λίγο απατεώνες, θα θέλαμε να είναι λίγο καλύτερα τα πράγματα. Σε σχέση με την Ευρώπη είμαστε λίγο επαρχιώτες. Ενώ έχουμε πολύ ωραίο φαγητό, δεν υπάρχει παράδοση έντεχνης μαγειρικής. Υπάρχει παράδοση αστικής κουζίνας που ξεκίνησε στο τέλος του 19ου αιώνα αλλά κυρίως μια ωραία λαϊκή παράδοση με σπουδαία υλικά χάρη στο εύκρατο κλίμα. Πάσχουμε όμως στο χώρο των μαγείρων. Οι καλύτεροι μαθητές θέλουν να γίνουν γιατροί ή μηχανικοί, αλλά καλό θα ήταν κάποιοι από αυτούς να γίνουν μάγειροι για να ανέβει το επίπεδο. Ευτυχώς τελευταία αυτό έχει αρχίσει να αλλάζει γιατί έχει γίνει της μόδας το καλό φαγητό.

Ο ελληνικός ουρανίσκος χρειάζεται εκπαίδευση για να δεχτεί τη νέα κουζίνα;
Κατά κάποιον τρόπο ναι. Αν πάρεις έναν άνθρωπο από εδώ και τον πας στο Πακιστάν χρειάζεται εκπαίδευση για να μπορέσει να φάει. Χρειάζεται εκπαίδευση για να καταλάβεις την κουζίνα των Κινέζων και το σούσι των Γιαπωνέζων. Κάποτε για να δεις Μπέργκμαν στον κινηματογράφο έπρεπε να είσαι εκπαιδευμένος, είναι μια γλώσσα που πρέπει να τη μάθεις για να ευχαριστηθείς κιόλας.

Κάνετε κάποια εχτριμ πράγματα όπως η παγωμένη σκόνη. Πώς αντιδρούν οι πελάτες σας σε αυτό;
Οι κριτικοί εστιατορίων το αναφέρουν συνέχεια αυτό γιατί τους εντυπωσιάζει αλλά κάνουμε και άλλα πράγματα. Σε κάθε περίπτωση είναι κάτι απλό, που αρέσει: παγώνουμε γιαούρτι και το κάνουμε πούδρα.

Τα φαγητά σας έχουν επίσης διαφορετική υφή. Καταλαβαίνεις π.χ. ότι τρως τραχανά, η υφή του όμως είναι βελούδινη.
Αυτό που λέμε γεύση είναι η συνισταμένη πολλών πραγμάτων. Ενα από τα πράγματα που έμαθα κοντά στον Φεράν και μ’άρεσε πολύ είναι ότι όταν αλλάζει η θερμοκρασία αλλάζει η υφή άρα και η εντύπωση. Αν αλλάξεις τη θερμοκρασία αλλάζει και η γεύση. Μας έλεγε ο Φεράν: Μια μους και ένα παγωτό τι διαφορά έχουν; 8 βαθμούς Κελσίου, η μους είναι στους 4 και το παγωτό στους -4. Αλλά είναι δύο διαφορετικά πράγματα.

Εχετε περάσει άσχημες στιγμές;
Όπως ο καθένας. Μου έχει τύχει να μαγειρέψω ένα φαγητό και να μην πετύχει ή να ανοίξω ένα μαγαζί και να μην πετύχει. Το ‘97 που ξανάρθα από την Αμερική ανοίξαμε στο Κολωνάκι το Camel Rock cafe που κράτησε μόλις τρεις μήνες. Λάθη έχω κάνει πολλά, ξαναρχίζω, όμως, από την αρχή.

Το εστιατοριό σας φιγουράρει φέτος ανάμεσα στα 100 καλύτερα εστιατόρια του κόσμου
Ναι και μας ευχαρίστησε πολύ αυτό. Κάθε καλή κουβέντα είναι ευπρόσδεκτη

πόσο αξιόπιστοι όμως είναι αυτοί οι θεσμοί;
Αυτός είναι ένας καινούργιος σχετικά θεσμός στην Αγγλία από ένα περιοδικό (Restaurant magazine) που παίρνει μεγάλη δημοσιότητα τα τελευταία χρόνια, και ψηφίζουν άνθρωποι του επαγγέλματος, σεφ, δημοσιογράφοι, κριτικοί γαστρονομίας και ιδιοκτήτες εστιατορίων. Τώρα πόσο έγκυρος είναι δεν ξέρω. Υπάρχει μια σχέση με τα βραβεία Μισελέν αν και αυτά είναι πιο παραδοσιακά. Η Σπονδή π.χ. έχει δύο Μισελέν αλλά φέτος δεν ήταν μέσα στα 100 καλύτερα.

Τα Μισελέν έχουν αμφισβητηθεί από τότε που μάθαμε ότι δόθηκε αστέρι σε εστιατόριο που δεν είχε καν ανοίξει.
Ναι αυτό ήταν μεγάλο σκάνδαλο, παρ’όλα αυτά εξακουλουθούν να είναι τα πιο έγκυρα βραβεία αν και κάπως παλιομοδίτικα.

Τι σχέση έχει η τέχνη με τη γαστρονομία;
Και η γαστρονομία τέχνη είναι. Βέβαια αυτό σηκώνει μεγάλη συζήτηση και δεν σημαίνει ότι όποιος μαγειρεύει κάνει τέχνη, να μην το μπερδέυουμε. Κάποιοι λένε ότι τέχνη μένει ενώ η γαστρονομία είναι εφήμερη. Τώρα όμως και η γαστρονομία μετριέται στα γραμμάρια και οι συνταγές μένουν. ΄Αλλωστε και η μουσική εφήμερη δεν είναι; Εμείς τις παρτιτούρες του Μότσαρτ έχουμε, δεν ακούμε τον ίδιο να παίζει, με αυτή την έννοια βλέπουμε και τις συνταγές του Ρομπισόν.

Ποια είναι τα σχέδιά σας για το μέλλον;
Ο ζωγράφος ζωγραφίζει και ο μάγειρος μαγειρεύει. Το σίγουρο είναι ότι θα μαγειρεύω, το που και πώς δεν το ξέρω. Οσο περνάει ο καιρός μ’αρέσει η Ανατολή. Η Αραβία, η Τουρκία, η Κύπρος, ο Λίβανος, η Βόρεια Αφρική. Μαρέσουν οι κουζίνες του ήλιου με το δυόσμο, τους ξηρούς καρπούς και το κίμινο. Το ταμπουλέ είναι μια καταπληκτική σαλάτα, όπως και η τσομπάν σαλάτα. Είναι φρέσκες και αρωματικές κάτι τέτοιο δεν μπορείς να το βρεις στους βόρειους λαούς. Η ανατολίτικη κουζίνα έχει και κάτι μπρούτο που δεν υπάρχει στην γαλλική ή την ιταλική κουζίνα. Μ’αρέσει που ανακατεύουν ρόδια, καρύδια και ελιές και κάνουν μια ωραία σαλάτα, πράγματα που κάνω κι εγώ με τον τρόπο μου και τα θεωρώ ανατολίτικα.

Από τις παραδοσιακές μεγάλες κουζίνες ποια σας αρέσει περισσότερο;
Η γαλλική κουζίνα, είναι και η πρώτη που έχω μάθει, η ιταλική φυσικά μου αρέσει επίσης αλλά όσο περνάει ο καιρός αρχίζω να αγαπάω τις κουζίνες της Μέσης Ανατολής. Το πλιγούρι, το στάρι, ο τραχανάς, τα πιλάφια και τα όσπρια είναι πολύ όμορφα. Σκέψου ένα πιλάφι με ρεβύθια ή φακές! Είναι θαυμάσιο. Η Ταϋλανδέζικη είναι επίσης μια κουζίνα μακρυνή με γεύσεις εκρηκτικές που αγαπώ πολύ και την απολαμβάνω.

Ποια είναι τα κριτίρια για ένα επιτυχημένο εστιατόριο;
Κατά τη γνώμη μου πολύ βασικό είναι να υπάρχει θέμα, κόνσεπτ, να υπάρχει δηλαδή λόγος για να πας εκεί πέρα. Δεν μιλάμε γιαυτά τα μαγαζιά με την σούπερ διακόσμηση, και στην κουζίνα τίποτα. Όταν πηγαίνεις στη «Γιορτή» π.χ. υπάρχει λόγος. Είναι έξω, υπάρχει ένας ωραίος κήπος που θυμίζει γιορτή και το φαγητό του Μπαξεβάνη φυσικά. Πρέπει να σκεφτεί κάτι κάποιος πριν ανοίξει ένα ακόμη μαγαζί στην άκρη του δρόμου.

Ποιο είναι κατά τη γνώμη σας το καλύτερο εστιατόριο του κόσμου;
Το καλύτερο φαγητό το έχω φάει στο εστιαστόριο του Μισέλ Μπρα, στου Αντουρίθ και βέβαια στου Φεράν. Εχω επίσης εντυπωσιαστεί από μερικά πιάτα του Ζοέλ Ρομπισόν. Το εστιατόριό του στο Παρίσι ήταν μυθικό τη δεκαετία του ’80.

Και που θα θέλατε να φάτε;
Στο Fat Duck του Ιστον Μπλούμενταλ. Θα ήθελα, όμως, να πάω και στην Ιαπωνία γιατί στις μέρες μας υπάρχει ένας μύθος γύρω από το γιαπωνέζικο φαγητό.

Μέρος της συνέντευξης δημοσιεύτηκε στον Ταχυδρόμο (τεύχος 431, 31 Μαϊου 2008)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s