Asne Seierstad – «Ο βιβλιοπώλης της Καμπούλ»

στις

ΜΙΑ ΝΟΡΒΗΓΙΔΑ ΣΤΗΝ ΚΑΜΠΟΥΛ

 

Οταν οι φωτογράφοι και τα τηλεοπτικά συνεργεία απομακρύνθηκαν από το Αφγανιστάν, η Οσνε Σέιερστεντ, το αγαπημένο κορίτσι των Σκανδιναυών, που καθήλωνε τους τηλεθεατές με τις ανταποκρίσεις του από το μέτωπο, δεν τους ακολούθησε. Παρέμεινε στην Καμπούλ για να γράψει την ιστορία μιας σύγχρονης οικογένειας στη μετά-Ταλιμπάν εποχή. Το βιβλίο της “Ο βιβλιοπώλης της Καμπούλ” έχει ήδη μεταφραστεί σε 15 γλώσσες και έγινε μπεστ σέλερ. Η Νορβηγίδα δημοσιογράφος βρέθηκε στην Αθήνα για την παρουσίαση του βιβλίου της που εκδόθηκε στα Ελληνικά  από τις εκδόσεις “Κριτική”. 

 

ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ

Κόρη μιας φεμινίστριας συγγραφέως και ενός αριστερού πολιτικού, η Οσνε γεννήθηκε το 1970 στη Νορβηγία και άρχισε να ταξιδεύει πολύ νωρίς. Μιλάει άπταιστα πέντε γλώσσες και χρησιμοποιεί επαγγελματικά άλλες τέσσερις.

  • Πήρε την πρώτη της συνέντευξη το 1993 στη Μόσχα από τον Ρουσλάν Χαζμπουλάτωφ, τον τότε αντίπαλο του Μπορίς Γέλτσιν
  • Υπήρξε ανταποκρίτρια στην Κίνα, κάλυψε τον πόλεμο στην Τσετσενία, στο Κόσοβο, στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ για πολλές σκανδιναυικές εφημερίδες, ραδιοφωνικούς σταθμούς και τηλεοπτικά κανάλια και έχει βραβευτεί πολλές φορές ως δημοσιογράφος αλλά και ως συγγραφέας.
  • Εχει γράψει επίσης τα βιβλία: “Με την πλάτη στον τοίχο: Πορτρέτα από τη Σερβία”, “Εκατό μέρες στη Βαγδάτη” και πρόσφατα ένα βιβλίο για την Τσετσενία.
  • Από τα χρήματα που της απέφερε -μέχρι τη στιγμή που έγινε η συνέντευξη- το βιβλίο της για το Αφγανιστάν χάρισε ένα εκατομμύριο νορβηγικές κορόνες σε ένα Νορβηγοαφγανικό σύνδεσμο για να χτιστεί με τα μισά χρήματα ένα καινούργιο σχολείο και  τα υπόλοιπα να διατεθούν σε σχολικές βιβλιοθήκες και για την  επιμόρφωση των μαιών.

 

Όταν η ΄Οσνε Σέιερσταντ μπήκε στην Καμπούλ το Νοέμβριο του 2001 μαζί με τους στρατιώτες της Βόρειας Συμμαχίας και, όπως οι περισσότεροι ξένοι δημοσιογράφοι που κάλυψαν την πτώση των Ταλιμπάν, κατέλυσε στο ξενοδοχείο «Ιντερκοντινένταλ», όπου μπορεί μεν τα δωμάτια να μην είχαν σεντόνια και τρεχούμενο νερό, τους περίμενε όμως μια ευχάριστη έκπληξη: Μέσα στο ξενοδοχείο υπήρχε ένα εξαιρετικά ενημερωμένο βιβλιοπωλείο και ένας μορφωμένος βιβλιοπώλης, πρόθυμος να μοιραστεί μαζί τους τις ιστορίες του. Ο Σουλτάν Χαν είχε ολόκληρα ράφια με βιβλία σε διάφορες γλώσσες, ποιητικές συλλογές, αφγσνικούς μύθους, ιστορικές μελέτες, μυθιστορήματα και η Όσνε τον επισκεπτόταν όλο και πιο συχνά.

«Πρώτα μου έκαψαν τα βιβλία οι κομμουνιστές, έπειτα μου τα λεηλάτησαν οι μουτζαχεντίν και μου τα ξαναέκαψαν πάλι οι Ταλιμπάν», της είπε απογοητευμένος ο Αφγανός. Μια μέρα την προσκάλεσε στο σπίτι του για φαγητό. Η Όσνε, εντυπωσιασμένη, αποφασίζει να γράψει ένα βιβλίο για την οικογένεια Χαν και ο Σουλτάν της προτείνει να μείνει μαζί τους. «Μια συννεφιασμένη μέρα του Φεβρουαρίου λοιπόν», όπως γράφει η Σέιερσταντ στον πρόλογο του βιβλίου της, μετακόμισα στην οικογένεια Χαν. Τα μόνα πράγματα που είχα μαζί μου ήταν ο πολογιστής, σημειωματάρια, μολύβια, το κινητό μου τηλέφωνο και τα ρούχα που φορούσα. Τα υπόλοιπα είχαν χαθεί στο ταξίδι κάπου στο Ουζμπεκιστάν».

Η θαρραλέα Νορβηγίδα δημοσιογράφος έζησε 4 μήνες οτο μικρό διαμέρισμα του βιβλιοπώλη μαζί μετα 12 μέλη της οικογένειας, συλλέγοντας πληροφορίες για το βιβλίο της.

Ο Σουλτάν τους έχει διατάξει όλους να εκτελούν κάθε της επιθυμία με την απειλή ότι θα τιμωρούσε όποιον δεν σεβόταν την εντολή του. Φόρεσε τη μισητή μπούρκα που της πίεζε το κεφάλι και της έφερνε πονοκέφαλο για να νιώσει «τι σημαίνει να είσαι Αφγανή γυναίκα», αλλά και για λόγους ασφαλείας, αφού έτσι μπορούσε να κυκλοφορεί παντού απαρατήρητη. Κοιμήθηκε δίπλα στη 19χρονη Λέιλα, που ανέλαβε τη φροντίδα της και εκτελούσε επιπλέον χρέη διερμηνέα, όπως ο Σουλτάν και ο γιος του Μανσούρ. Στο ίδιο σπίτι έμεναν επίσης οι δύο σύζυγοι του βιβλιοπώλη, η μορφωμένη αλλά μεσήλικη πια Σαρίφα, που υπέφερε μετά το δεύτερο γάμο του συζύγου της, και η Ι6χρονη Σόνια, που ήταν μεν αγράμματη αλλά πολύ όμορφη, τα τρία αγόρια και η Σαρίφα, το κοριτσάκι της Σόνια.

Παρούσες ήταν επίσης η μητέρα του Σουλτάν, Μπίμπι Γκουλ και οι τρεις κόρες της. Διακριτική, η Σέιερσταντ άλλαξε όλα τα ονόμα τα των μελών της οικογένειας και η ίδια είναι απούσα από τις σελίδες του βιβλίου της, που μάλλον δεν θα βρεθεί ποτέ στα ράφια των βιβλιοπωλείων του κ. Χαν, αφού τον παρουσιάζει σαν έναν πραγματικό τύραννο. Γιατί ο βιβλιοπώλης είναι μεν σύγχρονος και καλλιεργημένος, αλλά και γεμάτος αντιφάσεις που αντανακλούν τις αντιφάσεις της χώρας του.

 

Γιατί γράψατε τον «Βιβλιοπώλη της Καμπούλ»;

«Διότι με ενδιαφέρουν πολύ οι άνθρωποι. Πώς ζουν, τι σκέφτονται, τι τους συγκινεί, με ενδιαφέρει πολύ η καθημερινότητα τους και τα συναισθήματα τους. Ήμουν ήδη τρεις μήνες στην Καμπούλ και όμως ένιωθα ότι δεν ήξερα τίποτα για το Αφγανιστάν. Παίρνεις συνεντεύξεις από θύματα των βομβαρδισμών, αξιωματικούς και παιδιάοτρατιώτες, πολύ σπάνια όμως μπαίνεις μέσα σε σπίτια για να δεις πώς ζουν οι άνθρωποι. Αυτό σημαίνει βεβαίως ότι πρέπει να διαθέσεις πολύ χρόνο, που εμείς οι δημοσιογράφοι συνήθως δεν έχουμε. Σαυτές τις χώρες ειδικά πρέπει να έχεις υπομονή για να σε εμπιστευτούν. Και το βιβλίο μου για την οικογένεια του βιβλιοπώλη δεν θα είχε γραφτεί αν δεν είχα καθίσει υπομονετικά στο πάτωμα ακούγοντας τις ιστορίες τους, θυμώνοντας και διασκεδάζοντας μαζί τους. Αυτό που κάνω πάλι τώρα είναι η άλλη μου πλευρά, όλα τρέχουν πολύ γρήγορα γύρω μου κι εγώ πρέπει να σκέφτομαι, να κινούμαι και να γράφω πολύ γρήγορα. Μαρέσουν όμως οι αντιθέσεις. Μαρέσει η ζωή σε κίνηση, αλλά μαρέσει και να νιώθω ασφαλής, να πίνω κρασί, να πηγαίνω σινεμά ή σε πάρτι».


Νομίζετε ότι άλλαξε κάτι οτο Αφγανιστάν στή μετά Ταλιμπάν εποχή;

«Ελάχιστα πράγματα έχουν αλλάξει και είμαι πολύ απαισιόδοξη, γιατί μπορεί οι Ταλιμπάν να μην έχουν την εξουσία, το πνεύμα τους όμως είναι ακόμη  ζωντανό. Οι άνθρωποι φοβούνται την τιμωρία και, όπως φαίνεται καθαρά στο βιβλίο, η εκδίκηση είναι ανελέητη ακόμη και για πταίσματα. Οι γυναίκες σπάνια έχουν φωνή. Βεβαίως, τώρα μπορούν να δουλέψουν και να μορφωθούν, μόνο όμως αν τους το επιτρέψει και ο πατέρας, ο αδερφός, ο θείος ή ο παππούς, που είναι υπεύθυνοι γιαυτές. Είναι θέμα πολιτισμού και παραδόσεων. Ανεξάρτητα από το τι λέει ο Χαμίντ Καρζάι, ο πρόεδρος του Αφγανιστάν, τα πράγματα θα παραμείνουν τα ίδια, εκτός και αν ο πατριάρχης μιας οικογένειας αποφασίσει ότι μπορούν να αλλάξουν. Οι άρχοντες του πολέμου δεν ενδιαφέρονται καθόλου για τη θέση των γυναικών. Η άποψη τους είναι πολύ πρωτόγονη και αυτό αποτελείτο μεγαλύτερο κίνδυνο για τα αναφαίρετα δικαιώματα των γυναικών»

.

 Πόσο δύσκολο ήταν να είστε αντικειμενική;

«Με προκαλούσε συνεχώς ο τρόπος που οι άντρες μεταχειρίζονταν τις γυναίκες και για πρώτη φορά αισθάνθηκα τόσο έντονα την ανάγκη να χτυπήσω κάποιον, θύμωνα πάρα πολύ και το χειρότερο ήταν ότι δεν μπορούσα να πω τίποτα. Προσπαθούσα να είμαι ήρεμη, γιατί ο στόχος μου δεν ήταν να αναμορφώσω μια αφγανική οικογένεια, αλλά να περιγράψω τη ζωή της. Όσο άδικη και αν ήταν η μεταχείριση μιας γυναίκας, εγώ έπρεπε να είμαι ουδέτερη. Ζούσα όπως αυτοί, φόραγα την ίδια απαίσια μπούρκα, κοιμόμουν σε ένα σκληρό στρώμα, κάθε πρωί έριχνα στο κεφάλι μου έναν κουβά κρύο νερό, έτρωγα και έπινα μαζί τους».

 

Οι γυναίκες ήταν φιλικές μαζί σας;
«Ναι, πολύ, με περιποιήθηκαν αφάνταστα και πολύ γρήγορα ένιωσα σαν στο σπίτι μου. Ήταν μια οικογένεια γενναιόδωρη, ανοιχτόκαρδη και περάσαμε πολύ καλά μαζί».


Και οι άντρες; Νιώσατε παρενόχληση;
«Όχι, ποτέ. Οι σχέσεις μου ήταν πολύ καλές και με τους άντρες, που με μεταχειρίστηκαν ισότιμα. Δεν με έβλεπαν ως γυναίκα, αλλά σαν κάτι άλλο. διαφορετικό. Ως ανταποκρίτρια από τη Δύση μπορούσα να ταξιδεύω μαζί τους και να κάνω ό,τι έκαναν αυτοί».


Πώς ήταν η ζωή στην Καμπούλ;
«Πολύ σκληρή. Είναι η πιο πρωτόγονη κοινωνία που έχω γνωρίσει. Όσο μαινόταν ο πόλεμος, πέρασα δύο μήνες χωρίς καν ντους. Πλενόμουν βέβαια με κουβάδες και κρύο νερό. Στην αρχή φαίνεται δύσκολο, μετά από λίγο όμως το συνηθίζεις και το πρωινό ντους είναι πια μια μακρινή ανάμνηση, όπως και ένα ποτήρι δροσερό Σαμπλί. Επί μήνες τρώγαμε ρύζι και φασόλια και πίναμε πράσινο τσάι. Μετά, στο σπίτι της οικογένειας, όλα έγιναν πιο περίπλοκα. Είχαμε νερό μία ώρα την ημέρα, 6 με 7 κάθε πρωί, και ηλεκτρικό τέσσερις ώρες κάθε δεύτερη ημέρα. Έπρεπε, λοιπόν, να δίνω μάχη καθημερινά για να πλυθώ και να φορτίσω τον υπολογιστή μου».

 

Ποια μέλη της οικογένειας σας επηρέασαν
περισσότερο;

«Η Λέιλα ήταν η αγαπημένη μου. Τη γνώρισα περισσότερο γιατί μιλάει άπταιστα αγγλικά και το προσωπικό της δράμα με συγκίνησε πάρα πολύ. Ήταν λαμπερή, έξυπνη και όμορφη, υποβιβάστηκε όμως σε υπηρέτρια. Μέσα από τη δική της ιστορία φαίνεται ξεκάθαρα πόσο λίγες δυνατότητες έχουν οι γυναίκες στη ζωή τους, αν δεν υποστηρίζονται από την οικογένεια τους. Εύχομαι τα πράγματα να πάνε καλύτερα στο μέλλον γ’ αυτήν. Ο Σουλτάν πάλι είναι ο
πιο ενδιαφέρων χαρακτήρας. Σώζοντας βιβλία σώζει την κουλτούρα του Αφγανιστάν, από την άλλη πλευρά όμως η συμπεριφορά του είναι τυραννική μέσα στο σπίτι. Οι γονείς του ήταν αναλφάβητοι και ο ίδιος ήταν ο
πρώτος που μορφώθηκε μέσα στην οικογένεια. Μπορεί να διάβασε πολλά βιβλία και θεωρητικά να είναι πολύ πιο ανοιχτός, στην πράξη όμως, όταν πρέπει να καθοδηγήσει την οικογένεια, ακολουθεί τους παλιούς κανόνες που του δίδαξε ο πατέρας του. Ελπίζω ότι οι γιοι του θα γίνουν καλύτεροι. Κι αυτοί πάντως, όταν τους δόθηκε η ευκαιρία, φέρθηκαν αυταρχικά».


Θα ξαναπάτε στο Αφγανιστάν;
«Ίσως, ινσαλάχ»

 

 Το βιβλίο “Ο βιβιοπώλης της Καμπούλ” της Οσνε Σαϊερσταντ κυκλοφορεί στα Ελληνικά από τις εκδόσεις Κριτική.

Η Οσνε ήρθε στην Ελλάδα για την παρουσίαση του βιβλίου της που έγινε στις 21 Οκτωβρίου 2003 στο βιβλιοπωλείο «Ιανός» στη Θεσσαλονίκη και στις 22 Οκτωβρίου 2003 στα γραφεία της ΕΣΗΕΑ (Ακαδημίας 3) στην Αθήνα. Την επόμενη χρονιά, το Μάιο του 2004 ξαναήρθε στην Αθήνα για το Συνέδριο των Πολεμικών Ανταποκριτών.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s