ΓΑΥΔΟΣ – 4 γυναίκες στο νησί

στις

ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΣΤΗ ΓΑΥΔΟ – ΤΟΤΕ

 (01-12 Ιουνίου 2001)

Ένα οδοιπορικό στο νοτιότερο άκρο της Ευρώπης για ταξιδιώτες που αγαπούν το απρόβλεπτο και είναι έτοιμοι να απαρνηθούν, έστω και για λίγο, τα δώρα του πολιτισμού και τις ανέσεις τους για ένα μοναδικό ηλιοβασίλεμα, μια έρημη παραλία, μια απέραντη αμμουδιά.

(Από τότε που κάναμε διακοπές στη Γαύδο έχουν περάσει 7 χρόνια. Πριν από λίγο πληκτρολόγησα gavdos στο Google και νομίζω ότι έχουν αλλάξει πολλά πράγματα στο νησί. ΄Οποιος πήγαινε παλιά και πάει ακόμη τώρα, ας μου πει. Αυτά που σας γράφω εγώ είναι όσα θυμάμαι και όσα βρήκα στο ημερολόγιό μου εκείνων των διακοπών)

 

 Φέτος θέλαμε να αρχίσουμε τις διακοπές μας νωρίς όσο οι ημέρες είναι μεγάλες, η ατμόσφαιρα διάφανη και η ζέστη υποφέρεται, ακόμη και σε παραλίες που δεν έχουν την παραμικρή σκιά. Θα πάμε στη Γαύδο, είπαμε, και άλλοι μας κοίταζαν με έκπληξη, άλλοι με περιέργεια και άλλοι με νοσταλγία! Είναι το νοτιότερο σημείο της Ευρώπης, μια κουκίδα στο χάρτη που κατοικήθηκε ήδη από τους νεολιθικούς  χρόνους, έγινε ορμητήριο του Μπαρμπαρόσα αλλά και τόπος εξορίας. Η Ωγυγία της Οδύσσειας, η Κλαύδη του Αποστόλου Παύλου ή Γκότζο όπως τη λέγανε οι Ενετοί ναυτικοί αιώνες πριν, είναι σήμερα τόπος του μύθου και της παρακμής. Στο νησί των πειρατών αλλά και των πολιτικών εξορίστων  η ζωή είναι ακόμα πρωτόγονη και λιτή, όμως η ενέργεια και ο μαγνητισμός που εκπέμπει μαγεύουν και σκλαβώνουν τις αισθήσεις. Για πάντα.

Από τα Σφακιά στο Καραβέ

Σάββατο πρωί φτάνουμε με το καράβι στο Ηράκλειο και μετά από δυόμισι περίπου ώρες ξεφορτώνουμε τα σακίδιά μας στο στενό μόλο της Χώρας Σφακίων. Η Αριέττα έμεινε να φυλάει τα πράγματά μας, εγώ πάρκαρα το αυτοκίνητο που θα μας περιμένε εκεί όλη την επόμενη εβδομάδα, ενώ η Γιούλη με την Ολυμπία πήγαν να αγοράσουν ψάθες για την παραλία και νερό για το ταξίδι.

Σακίδια, στρώματα, παπλώματα, σκηνές, ψαροντούφεκα, ραδιοκασετόφωνα, προμήθειες για τις επόμενες 3 ημέρες, κιβώτια με νερό, οικογένειες με μωρά σε καροτσάκια («κορίτσι μου που το πας το βρέφος στην άκρη του κόσμου, δεν το άφηνες στη μάνα σου, να πας ήσυχη για διακοπές; θα σου γίνει μεζεδάκι για τροφαντά κουνούπια και θα το φέρεις πίσω γεμάτο κόκκινα σπιθούρια και διάροια» ήθελα να της πω της νεαρής μάνας που στεκόταν παραπέρα και είχα δίκιο γιατί ναι, το είδα και αυτό -μωρά να υποφέρουν- στη Γαύδο, μα δεν το είπα γιατί λόγος δεν μου έπεφτε), χαρούμενα αγόρια και κοπέλες με κολλητά τζινς και πανύψηλες πλατφόρμες (ναι καλά διάβασες σόλες-πλατφόρμες) αρχίζουν σιγά να γεμίζουν τον τόπο. Και εμείς που νομίζαμε ότι θάμαστε μόνες μας με μια βαλίτσα βιβλία… Σε λίγο το «Σοφία» πλευρίζει στο μόλο.  Ανεβαίνουμε και πιάνουμε θέσεις στους στενούς πάγκους στη μέση του μικρού σιδερένιου καραβιού που σε λίγο θα γεμίσει ασφυκτικά. Πόσα χρόνια κάνει άραγε αυτή τη διαδρομή; 30, 40 μπορεί και παραπάνω.

 Η Ολυμπία γεμάτη τρόμο παρατηρεί ότι δεν υπάρχουν σωσίβια, οι υπόλοιπες το αφήνουμε να περάσει ασχολίαστο και συνεχίζουμε να κοιτάμε γύρω γύρω τους συνταξιδιώτες μας. Τους περισσότερους θα τους γνωρίσουμε αργότερα στις παραλίες και τα ταβερνάκια του νησιού. Τα μέλη του ορειβατικού συλλόγου Χανίων, μια ομάδα νοσηλευτών από το Ηράκλειο, μια παρέα νεαρών ψαροντουφεκάδων πάνε όλοι στη Γαύδο για το τριήμερο του Αγίου Πνεύματος. Ο καιρός είναι καλός, το απαλό αεράκι μας φέρνει σε δυόμισι ώρες στο νησί, που από μακριά μοιάζει επίπεδο, χωρίς καν παραλίες.

Οι πρώτες εικόνες μας απογοητεύουν. Το λιμάνι, μια σούδα όλη κι’όλη, σκέτη θλίψη.  Στο γιαπί αριστερά μια κακόγουστη ταμπέλα μας πληροφορεί με τεράστια γράμματα ότι «ενοικιάζονται δωμάτια με μπάνιο»,  δίπλα ένα καφενείο, και παρακάτω  μερικά δωμάτια στη σειρά. Το λεωφορείο γεμίζει αμέσως με τους πιο βιαστικούς και φεύγει. Κάποιοι φορτώνουν τα πράγματά τους σε ένα τρακτέρ.

Ο ξενοδόχος μας (Κόνσολας), ένας κύριος με κασκέτο, έρχεται να μας προϋπαντήσει. Μας κερνάει κρύο νερό και αναψυκτικά, φεύγοντας παίρνει μαζί του μια κοπέλα με το κοριτσάκι της. Η παλιά μερσεντές του δεν έχει νούμερα όπως άλλωστε και τα περισσότερα αυτοκίνητα εδώ πέρα.

Είμαστε όλες εκνευρισμένες, η Ολυμπία γκρινιάζει αφόρητα.  «Κόφτο» της λέω «ήρθαμε να περάσουμε καλά και να ηρεμήσουμε, μην αρχίζεις από τώρα. Κανένα λιμάνι δεν είναι ωραίο»

 Το παμπάλαιο λεωφορείο του ΚΤΕΛ -είχα να δω τέτοιο από τα παιδικά μου χρόνια- ξαναγυρίζει πολύ γρήγορα. Ξεκινάμε επιτέλους για τον προορισμό μας. Στο Καραβέ, το λιμάνι, δεν θα ξαναπάμε παρά μόνο την ημέρα της αναχώρησης.  Ο οδηγός –κάποιος τον έχει βγάλει Λουτσιάνο αλλά δεν του αρέσει καθόλου αυτό το παρατσούκλι, Θανάση τον λένε άλλοι πάλι τον φωνάζουν Σούλη- ήρεμος και χαμογελαστός πίσω από το μυτερό άσπρο γενάκι του περιμένει να καθήσουμε όλοι –»βολευτήκατε παιδιά;» μας ρωτάει και ξεκινάει.  Το μαγνητόφωνο παίζει βραχνά Μανού Τσάο και σε λίγο Μπομπ Μάρλεϊ.  Μα που είμαστε; Σκηνές σουρεάλ…

 Σαρακήνικο

Το λεωφορείο ανηφορίζει στους ρυθμούς της ρέγκε τρίζοντας και αγκομαχώντας. Οι γιρλάντες από τα κοχύλια που είναι περασμένα σε μισινέζα κουνιούνται και ντιντινίζουν σε κάθε στροφή πάνω στο παρμπρίζ.

Σα να παμε εκδρομή στη δεκαετία του ’60, δεν είναι?

Κοιτάζω από το παράθυρο το τοπίο που μου φαίνεται μονότονο και μελαγχολικό κάτω από τον καυτό ήλιο και αναρωτιέμαι πού να βρίσκονται άραγε θαμμένα τα υπολείμματα τόσων πολιτισμών, που αναφέρει η ιστορία.

Και ο ΄Αρης; Πού να έμενε ο ΄Αρης και οι άλλοι εξόριστοι;  ΄Αμμος παντού και πέτρες, ακόμη και στο πιο ψηλό σημείο του νησιού και ανάμεσα τούφες τούφες να ξεφυτρώνουν οι κέδροι και τα πευκάκια. Φτάνουμε στο Σαρακήνικο. Διάσπαρτα στην απέραντη παραλία μερικά χαμηλά κτίσματα άλλα από κίτρινη πέτρα και άλλα από τσιμεντόλιθους, ενοικιαζόμενα δωμάτια τα περισσότερα και ταβέρνες για τους καλοκαιρινούς παραθεριστές. Προς το παρόν μόνο δύο από αυτές είναι ανοικτές. Σκυλιά τρέχουν πάνω κάτω και κατσίκες ξεμυτίζουν από παντού.

Το λεωφορείο σταματάει μπροστά σε ένα περιποιημένο πέτρινο κτίσμα με μια μεγάλη σκεπαστή βεράντα και ξύλινα τραπέζια. Είναι η περιβόητη ταβέρνα του Σάββα, που την έχει πια ο γιος του ο Νίκος.  Η Ελλη, η γυναίκα του, μια χαμογελαστή αδυνατούλα από τα Σκόπια μαγειρεύει και σερβίρει ενώ η πεθερά της η Γιαννούλα, περιποιείται τα ενοικιαζόμενα δωμάτια που έχουν λίγο πιο πέρα από το μαγαζί.

Εδώ στην ταβέρνα του Σάββα τα μαγικά βράδια του καλοκαιριού, οι φανατικοί εραστές της Γαύδου γίνονται μια παρέα που διασκεδάζει με ατέλειωτα λάτιν πάρτι. Παραδίπλα στη ταβέρνα του «Μεξικάνου» άλλοι τραγουδάνε ρεμπέτικα. Το λεωφορείο αδειάζει. Ο Θανάσης όμως δεν μας αφήνει να κατέβουμε.  «΄Οχι εσείς κορίτσια μου, τα δωμάτιά σας δεν είναι εδώ» Ξεκινάμε πάλι και μέχρι να φτάσουμε, βλέπουμε κολλημένο στο τζάμι του αυτοκινήτου ένα τυπωμένο χαρτί που αναγγέλει τα εγκαίνια του καλοκαιρινού σινέμα στο Μετόχι. Αλλο πάλι κι αυτό!

 Στη Γαύδο μας περιμένουν πολλές εκπλήξεις.

Στο νησί δεν υπάρχει ηλεκτρικό. Το ανακαλύπτουμε φτάνοντας στα δωμάτια μας, που τα έχουμε κλείσει τηλεφωνικά. Η γεννήτρια λειτουργεί μέχρι τις 11 και μισή κάθε βράδυ και με το φως ασφαλείας δεν βλέπεις να διαβάσεις. Το νερό είναι υφάλμυρο και δεν πίνεται, άσε που κόβεται την πιο ακατάλληλη στιγμή και πώς να ξεβγαλθείς, το κουζινάκι είναι εντελώς σκουριασμένο, καθρέφτης δεν υπάρχει πουθενά, τα σεντόνια είναι γεμάτα μαύρους κόμπους – αλλά ευτυχώς καθαρά-  το μαξιλάρι έχει καρούμπαλα αλλά το στρώμα είναι καλό. Τέσσερα δωμάτια όλα κιόλα είναι κατοικήσιμα. Στα υπόλοιπα 6 δουλεύουν εντατικά εργάτες -με λίγα λόγια ήρθαμε για διακοπές σε ένα γιαπί. (Σήμερα -12/07/08- που νοσταλγώ τη Γαύδο, μπήκα στο site του Κόνσολα: www.gavdosstudios.gr και μου φάνηκαν σκέτη χλίδα, δηλαδή)

Τα δωμάτια, πολύ δροσερά ευτυχώς, είναι χτισμένα στη σειρά το ένα δίπλα στο άλλο και έχουν μπροστά μια μεγάλη σκεπαστή βεράντα, από όπου η θέα είναι εξαιρετική. Μπροστά μας αμμόλοφοι σβήνουν στην παραλία του Σαρακήνικου, στο βάθος τα νότια παράλια της Κρήτης και οι μεγαλόπρεπες κορφές των Λευκών Ορέων, που χάνονται στο ουρανό.  Σε ένα από αυτά μένει η κοπέλλα με το κοριτσάκι –είναι δασκάλα του Τάι Τσι στα Χανιά. Εκπέμπει ηρεμία και αρμονία. Το δειλινό μας αρέσει να την κοιτάζουμε να κάνει τις ασκήσεις της στη βεράντα. Δίπλα μας μένουν ο Γιαννάκης και ο Φίλιππος με το θείο τους το Νίκο. Είναι οι τεχνίτες που βάζουν τα πλακάκια στα καινούργια δωμάτια. 

Τα βράδια τρώμε συνήθως όλοι μαζί, στη βεράντα ή στην κουζίνα του Γιάννη, του επιστάτη, εκεί μαθαίνουμε τα νέα του νησιού, συζητάμε, τα αγόρια έχουν τρελλαθεί από την πλήξη και δεν βλέπουν την ώρα να φύγουν, γελάμε, ακούμε μουσική και κάπου κάπου χορεύουμε. Το δωμάτιο των αγοριών είναι το μόνο που διαθέτει θερμοσίφωνα έτσι όλες εμείς οι γυναίκες εκμεταλλευόμαστε την ευγένειά τους και κάθε βράδυ παίρνουμε σειρά για να πλυθούμε με ζεστό νερό. Την πρώτη μέρα το δωμάτιο μας -κυρίως το μπάνιο- είναι γεμάτο με κάτι μακρουλά μαύρα έντομα. Αντε να κλείσεις μάτι τώρα με τέτοια παρέα…

Μέσα στη ντουλάπα βρίσκω δύο κουβέρτες  που μου φαίνονται πολύ ύποπτες. Η Αριέττα δεν κρυώνει εγώ όμως τρέμω και  τα τρία επόμενα βράδια κοιμάμαι αναγκαστικά με το φούτερ. Τελικά η σιχασιά μου λυγίζει μπροστά στην προοπτική ενός πιο ευχάριστου ύπνου και στρώνω την κουβέρτα στο κρεβάτι μου. Τα επόμενα βράδια κοιμάμαι πολύ ωραία ξεχνώντας ότι η κουβέρτα μπορεί και να μην έχει πλυθεί ποτέ… Δεν έχουμε καρέκλες ούτε τραπεζάκι. Η Ολυμπία διαμαρτύρεται και σε λίγο μας φέρνουν κάτι βρωμερές καρέκλες του σκηνοθέτη που μόλις έχουν βάψει γαλάζιο το μεταλλικό τους σκελετό. Μέχρι να φύγουμε μετά από μια βδομάδα η μπογιά δεν λεει να στεγνώσει, κάθε τόσο πρέπει να ξεβάφουμε χέρια και πόδια με νέφτι. Τακτοποιούμε γρήγορα γρήγορα τα πράγματά μας και φεύγουμε για μπάνιο. Μπορεί όλα τα άλλα να είναι απογοητευτικά όμως…

… μια υπέροχη μπλε θάλασσα μας περιμένει. Το κατέβασμα είναι μαγικό. Περπατάμε στους αμμόλοφους ανάμεσα στους κέδρους και τα πεύκα, κατρακυλάμε κυριολεκτικά και τα πόδια μας βυθίζονται μέχρι τον αστράγαλο μέσα στη χλιαρή άμμο και τα κεδροκούκουτσα, τα κατσίκια μας κοιτάνε έκπληκτα.  Στην παραλία του Σαρακήνικου ψάχνουμε να βρούμε λίγη σκιά, μα δεν περισσεύει πουθενά. Τα ελάχιστα δέντρα που φτάνουν κοντά στο νερό είναι ήδη κατειλημένα από σκηνές ή κατσίκια. Ο ήλιος είναι καυτός, στη Γαύδο αρχές Ιουνίου κάνει ήδη ζέστη κολασμένη, η θάλασσα όμως είναι υπέροχη. Μαζεύουμε ξύλα τα μπήγουμε στην άμμο και τα στερεώνουμε με πέτρες, δένουμε από πάνω τα παρεό. Οι μικρές πολύχρωμες τέντες μας είναι έτοιμες. Αυτό θα κάνουμε όλες τις υπόλοιπες ημέρες, ο ήλιος είναι ανελέητος ακόμη και όταν φυσάει δυνατός αέρας. Οι διακοπές μας έχουν αρχίσει απίθανα!

΄Ηλιος, θάλασσα, τεμπελιά, διάβασμα και ψάρι! Δεν μπορεί θα φάμε ωραίο ψάρι εδώ με τόσα βράχια γύρω γύρω… Ετσι νομίζαμε. Γιατί στη Γαύδο το μενού, βασικά, περιλαμβάνει κατσίκι, κοκκινιστό ή τσιγαριαστό, και κάπου κάπου κανένα φαγάκι λαδερό. Το ψάρι είναι μόνο για τους ψαροντουφεκάδες, που απολαμβάνουν δίπλα μας κολοχτύπες, κάτι περίεργους κοντόχοντρους αστακούς χωρίς δαγκάνες.

Θα απολαύσουμε, όμως, και μεις μια νοστιμότατη κακαβιά…

Ο Θανάσης, ο οδηγός του λεωφορείου,  είχε ολόφρεσκα ψάρια στο ψυγείο του και μας κάλεσε να τα φάμε μαζί, ένα βράδυ, αρκεί να μαγειρεύαμε εμείς. Ετσι κι έγινε. Ο Μανώλης ο δάσκαλος του νησιού έφερε πατάτες, σέλινο, κρεμμύδια, ντομάτα ακόμη και καρότα ξετρύπωσε από κάπου, εγώ καθάρισα τα ψάρια στο νεροχύτη έξω από το μοναδικό δωμάτιο  του σπιτιού. Δυο σκορπίνες, ενας γάϊδαρος και μια μικρή χειλού. Μέχρι να βράσει  η σούπα μασουλάμε κρητικό παξιμάδι και πίνουμε την εκλεκτή σπιτική τσικουδιά που είχε φέρει ο Μανώλης από τα Χανιά.  Ενα τεράστιο χρυσορόδινο φεγγάρι βγαίνει μέσα από τη θάλασσα και μεις του ρίχνουμε κλεφτές ματιές πίσω από τον εκσκαφέα που είναι παρκαρισμένος ακριβώς μπροστά από τη ανοιχτή πόρτα. Αξέχαστη θα μας μείνει η βραδιά, παιδιά!

Στο Σαρακήνικο υπάρχει μίνι μαρκετ.  Πάμε να δούμε αν πουλάνε εντομοκτόνο. «Ψάξτε κορίτσια», μας λεει ένας αδύνατος μελαχροινός άντρας, «η γυναίκα μου λείπει και εγώ τυχαία είμαι εδώ, δεν ξέρω τι υπάρχει» Δύο μέρες αργότερα μαθαίνουμε ότι έφυγε με το φουσκωτό του και ας είχε 9 μποφόρ. Κάποιοι λέγανε πως πήγε να εμποδίσει μια βεντέτα στα Σφακιά. Ποιος ξέρει αν είναι αλήθεια, το σίγουρο είναι πάντως πως οι ξένοι στο νησί ξεμείνανε τις επόμενες μέρες από τσιγάρα και ρώταγε ο ένας τον άλλο αν του περισσεύει κανένα πακέτο. Εντομοκτόνο πάντως βρήκαμε, αγοράσαμε και μπαταρίες για να ακούμε το βράδυ μουσική, ένα μικρό απορρυπαντικό που είχε πετρώσει από την υγρασία, ένα μπλοκ για γράψιμο, ένα πακέτο μπισκότα. Δεν τολμάμε όμως να τα αγγίξουμε. ΄Ενας ποντικός τα έχει ροκανίσει συμμετρικά στις γωνίες.  Ασε καλύτερα, θα ξεγελάσω την υπογλυκαιμία μου με μυζηθρόπιττα και μέλι στου «Μεξικάνου». Και τσικουδιά που σκοτώνει τα μικρόβια…

Στο σινεμά του Παπα-Μανώλη. Οπως κανονίσαμε, το βράδι στις οκτώμισι ο Θανάσης έρχεται με το λεωφορείο του για να μας πάει στα εγκαίνια του κινηματογράφου, που έχει φιάξει ο παπά Μανώλης. Ανηφορίζουμε προς το Μετόχι. Εκεί στη μέση του πουθενά, υπάρχουν μερικά περιποιημένα ενοικιαζόμενα δωμάτια, μια μικρή ταβέρνα και από πίσω ένα ολοκαίνουργο θερινό σινεμαδάκι με καμμιά σαρανταριά πλαστικές καρέκλες, χαλίκι και χαμηλούς άσπρους τοίχους πάνω στους οποίους είναι στερεωμένα τα ηχεία. Ενα τραπεζάκι είναι στημένο μπροστά από την οθόνη,  εκεί στέκεται ο παπά-Μανώλης για να κάνει τον αγιασμό. Στο τέλος μας ευλογάει, μας ράντιζει έναν ένα χωριστά και η προβολή αρχίζει.  Βλέπουμε το πρώτο DVD του καλοκαιριού: ένα ντοκιμαντέρ για τους καταρράκτες του Νιαγάρα…

«Τι πρόγραμμα έχετε σήμερα κορίτσια;» περνάει και μας ρωτάει κάθε πρωί ο Θανάσης.  Δημλαδή, έχουμε ένα ολόκληρο λεωφορείο και έναν έμπειρο οδηγό στη διάθεσή μας. Μας πηγαίνει όπου θέλουμε, χαλαρά και χωρίς καμιά βιασύνη.  Στο δρόμο μας μιλάει για το νησί αλλά και για τη ζωή του. Κάποτε ήταν ναυτικός και μετά οδηγούσε φορτηγά, ταξίδεψε μέχρι την άκρη του κόσμου μέχρι που είδε στην τηλεόραση τη Γαύδο, τα παράτησε όλα και ήρθε να μείνει για πάντα εδώ.

Την Τρίτη οι εκδρομείς του Σαββατοκύριακου φεύγουν.  Εκτός από ελάχιστους Γερμανούς και Εγγλέζους, θα είμαστε για τις επόμενες ημέρες οι μοναδικές Ελληνίδες παραθερίστριες. Τέσσερις γυναίκες στο νησί. Εδώ και κει συναντάμε πια μόνο τους τεχνικούς της Πάναφον από την Κοζάνη, που περίμενουν το φέρι για να φορτώσουν  το αυτοκίνητό τους και τους τεχνικούς της ΔΕΗ που έχουν έρθει για τη συντήρηση του φωτοβολταϊκού σταθμού παραγωγής ρεύματος.

Συνήθως, πάμε για μπάνιο στον Κόρφο. Στην ταβέρνα του Γιώργη τρώμε τηγανητές σουπιές -κατεψυγμένες φυσικά- απολαμβάνουμε την τσικουδιά και την εκπληκτική θέα στο Λιβυκό πέλαγος, ακούγοντας την ωραία μουσική που βάζει ο Ιλάν στο κασετόφωνο για να θυμάται την πατρίδα του, το Ισραήλ. Και εκεί μια μέρα ξαφνικά τα κορίτσια αποφάσισαν ότι του χρόνου πρέπει να μείνουμε στη Γαύδο ολόκληρο το μήνα Ιούνιο. Η Γιούλη παρατηρεί το τοπίο και λέει ότι την γαληνεύει, τι παράξενο, εμένα αντίθετα με φορτίζει το μέρος αυτό, η Ολυμπία αδιαφορεί  για όλα αυτά, η Αριέττα πάλι κι εγώ επιμένουμε ότι ο τόπος επηρεάζει έντονα τις αισθήσεις, τη συμπεριφορά και τις σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους. Δεν είναι λίγες οι φορές που συζητάμε ατέλειωτες ώρες προσπαθώντας να προσδιορίσουμε τα συναισθήματα, που ξυπνάνε εδώ σ’αυτή την άκρη.

Συναισθήματα και συμπεριφορές, όλα εδώ είναι ακραία. Το νιώθουμε. Ακόμα και η νοσταλγία, έντονη κι αυτή. Προσπαθούμε να καταλάβουμε τι είναι αυτό που μας δένει ξαφνικά τόσο πολύ με το νησί και μας κάνει να το νοσταλγούμε πριν καλά καλά φύγουμε. Η λέξη που επαναλαμβάνουμε πιο συχνά είναι η ένταση. Και πώς  να εξηγήσεις το γεγονός ότι σε κάθε οικισμό μένουν ένας δυο και το πολύ  πέντε έξι άνθρωποι μαζί. Και ας είναι περίπου σαράντα όλοι κι όλοι οι μόνιμοι κάτοικοι.

 

Αη Γιάννης

Ενα απόγευμα πηγαίνουμε με τα πόδια στον Αη Γιάννη. Ο αέρας είναι αρωματισμένος με θυμάρι και θρούμπι. Ο Γιαννάκης και ο Φίλιππος άφησαν τις μηχανές τους κοντά στο πέτρινο σπίτι για να μας δείξουν το δρόμο ανάμεσα στους κέδρους και τα αρμιρίκια. Πίσω από τους αμμόλοφους κρύβεται ένα τοπίο μαγικό.  Μια απέραντη αμμουδιά απλώνεται αμφιθεατρική μπροστά μας. Η άμμος φτάνει κυματιστή μέχρι ψηλά στους μεγάλους κέδρους και με κάθε φύσημα του αέρα σκεπάζει σιγά σιγά τα αυτοσχέδια σπίτια που έχουν εγκαταλείψει κάποιοι σκηνίτες. Παρακάτω στο Λαυρακά κάποιοι άλλοι ζουν σχεδόν μόνιμα πια κάτω από τα δέντρα.

Εκεί στην άκρη του Αη Γιάννη πάνω σ’εναν άγριο βράχο παρακολουθούμε σε λίγο σιωπηλοί και ακίνητοι την ιεροτελεστία του  ηλιοβασίλεματος.

 

Ο γύρος του νησιού

Την άλλη μέρα το πρωί ο Θανάσης πέρασε και μας πήρε για να κάνουμε το γύρο του νησιού. Πήραμε και το δάσκαλο μαζί μας για να τον αφήσουμε στο κουκλίστικο σχολείο του, ένα ολοκαινούργιο νηπιαγωγείο για τα 3 πιτσιρίκια του νησιού, που άρχισε να λειτουργεί το χειμώνα που μας πέρασε. Στην πρωτεύουσα, το Καστρί υπάρχει αγροτικό ιατρείο, αστυνομία, πρόσφατα έχει χτιστεί και ένας ωραίος πέτρινος ξενώνας που δεν έχει όμως αρχίσει ακόμα να λειτουργεί. Εκεί υπάρχει και το μοναδικό διόροφο σπίτι που στέκεται όμως μόνο του σαν φάντασμα ερειπωμένο. Σε ένα λοφάκι κοντά στο Καστρί βλέπουμε και το κτίσμα του Ερευνητικού Κέντρου του Πανεπιστημίου της Κρήτης, για το οποίο υπεύθυνη είναι η επικ. καθηγήτρια αρχαιολογίας κ. Κατερίνα Κόπακα. Το νησί παρουσιάζει μεγάλο αρχαιολογικό ενδιαφέρον, έτσι συχνά έρχονται εδώ φοιτητές γα αρχαιολογικές και περιβαλλοντικές μελέτες. Από το Καστρί στρίβουμε δεξιά για την ΄Αμπελο, κάνουμε μια στάση για να φωτογραφίσουμε τον παλιό φάρο και στην επιστροφή περνάμε από το πέτρινο σπιτάκι που έχτισαν κάποιοι ρώσοι ψηλά πάνω από τη θάλασσα στην πιο απότομη  πλευρά του νησιού.

Και Ρώσοι και Πυθαγόρειοι

Στην καμπυλωτή πέτρινη είσοδο με τη σιδερένια πόρτα έχουν κρεμάσει και μια ταμπέλα «Πυθαγόρεια Σχολή Αριθμών». Μια πυραμίδα από πράσινα μπουκάλια κρασιού είναι στημένη στη άκρη του κήπου. Μαθαίνουμε ότι τα τρία ζευγάρια των Ρώσων που ζουν εδώ ζεσταίνουν με αυτό τον πρωτότυπο τρόπο το νερό για το μπάνιο τους. Είναι χρυσοχέρηδες αυτοί οι τύποι και αξιαγάπητοι, γιατί βοηθάνε όλο τον κόσμο (οι Γαυδιώτες δεν φημίζονται ούτε για τις ικανότητές τους ούτε για την ενεργητικότητά τους) Στο εργαστήριο που έχουν μέσα στο σπίτι τους κατασκευάζουν κουφώματα και άλλα αντικείμενα, επιδιορθώνουν μηχανές, αυτοκίνητα κλπ) Απέναντι από το σπίτι έχουν φιάξει ένα λαχανόκηπο και τρία θερμοκήπια χτισμένα με πέτρα μέχρι τη μέση και σκεπασμένα με νάιλον από κει και πάνω. Αυτά και μερικές ελίτσες σε ένα μέρος προστατευμένο από τον αέρα ήταν οι μόναδικες καλλιέργειες που είδαμε στο νησί.

Τα παλιά χαλάσματα που βλέπουμε κάθε τόσο – πέτρινοι κύβοι με μια πόρτα και ένα μοναδικό μικρούτσικο παράθυρο- μαρτυρούν την ύπαρξη πολύ περισσότερων κατοίκων στο παρελθόν. Το ίδιο ακριβώς σχέδιο επαναλαμβάνουν και σήμερα οι Γαυδιώτες, χτίζουν, όμως, με τσιμεντόλιθο που τον ντύνουν απ’ έξω με την κιτρινωπή πέτρα του τόπου. Μόνο τα ενοικιαζόμενα δωμάτια που φιάχνουν είναι κάτασπρα και στη σειρά σαν πτηνοτροφικές μονάδες.

Στα Βατσιανά επισκεπτόμαστε το λαογραφικό μουσείο του δραστήριου παπά-Μανώλη, που έχει γράψει και δυο βιβλία για τη Γαύδο του. Μετά καθόμαστε να δροσιστούμε στη σκιά του καφενείου και να φάμε τα ωραία γλυκά της παπαδιάς. Την άλλη μέρα το πρωί ξαναπάμε με το λεωφορείο στα Βατσιανά και λέμε στο Θανάση να έρθει να μας παραλάβει το απόγευμα από την ταβέρνα του Γιώργη στον Κόρφο. Εκεί θα καταλήγαμε μετά τη πεζοπορία για να φάμε όπως συνήθως σουπιές τηγανητές. Από τα Βατσιανά παίρνουμε το χωματόδρομο για την Τρυπητή. Περπατάμε περίπου μιάμιση  ώρα μέσα σε ένα ξερό τοπίο ανοίγοντας και κλείνοντας κάθε τόσο τα σύρματα που έχουν βάλει οι Γαυδιώτες για να εμποδίζουν τα κατσίκια. Κάνει ζέστη, αλλά το αεράκι είναι αναζωογονητικό και αρωματισμένο με θρούμπι και θυμάρι. Ο δρόμος σταματάει σε ένα πέτρινο χάλασμα. Ξεκουραζόμαστε για λίγο στους ξύλινους πάγκους κάτω από τα πεύκα, βρίσκουμε το  μονοπάτι και κατεβαίνουμε προς τη θάλασσα μέσα από ένα μικρό φαράγγι. Μπροστά μας απλώνεται η αλυκή, δεξιά το βραχώδες ακρωτήρι με τις τρεις πανέμορφες καμάρες.  Βρισκόμαστε στο νοτιότερο σημείο του νησιού και της Ευρώπης και λένε πως εδώ είναι μοναδική η ανατολή, μοναδικό και το ηλιοβασίλεμα. Σκαρφαλώνουμε στους βράχους και αγναντεύουμε το πέλαγος, σήμερα, όμως, έχει κύμα και αποφασίζουμε να πάμε για κολύμπι στον Κόρφο.  Γυρίζουμε πίσω στο χάλασμα και από κει ακολουθούμε το περιποιημένο μονοπάτι του δασαρχείου. Σε μια ωρίτσα φτάνουμε στον Κόρφο.

 Σε δυο μέρες, τι κρίμα, οι διακοπές μας τελειώνουν … Να μπορούσαμε να μείνουμε λίγο παραπάνω! Μια μέρα ίσως; Ναι. Αποφασίζουμε να μείνουμε μια μέρα ακόμη. Η μελαγχολία της αναχώρησης μετατρέπεται το βράδυ σε ενέργεια. Ο Νίκος, η Ελλη, η Αριέττα, το Ευτυχάκι, η Γιούλη, ο Μανώλης, η Ολυμπία, ο Μύρος, ο Δημήτρης, ο Χρήστος. Τρώμε στην ταβέρνα του Σάββα. Μας κερνάνε τσικουδιές. Περπατάω προς τη θάλασσα. 

Η φωτισμένη βεράντα της ταβέρνας αιωρείται μέσα στη νύχτα

Ay candela, candela, candela me quemo ae

Ay candela, candela, candela me quemo ae…

Η φωνή του  Ιμπραήμ Φερέρ γλυστράει ανάμεσα στα παιδιά που χορεύουν και σκαρφαλώνει ξεψυχώντας στο ιλουστρασιόν φεγγάρι.

Η τελευταία μας νύχτα στη Γαύδο.

(Γυρίζω στην Αθήνα, μπαίνω αμέσως στο ΄Ιντερνετ και πληκτρολογώ γεμάτη νοσταλγία gavdos, τι βλέπω; Εκατοντάδες οι σελίδες, μέχρι και ραδιοφωνικό σταθμό on line βρήκα: www.gavdosfm.gr  Κάντο και συ αξίζει το κόπο να δεις τουλάχιστον φωτογραφίες.)  

 

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ     

Απόσταση: Η Γαύδος απέχει 23 ν.μ. από το Λουτρό Σφακίων.

Πώς θα πάτε: (Η διαδρομή με ταξί από τα Χανιά μέχρι την Παλαιόχωρα ή τη Χώρα Σφακίων στοιχίζει περίπου 15.000 δρχ).  Με καϊκι από την Παλαιόχωρα κάθε Δευτέρα, Τρίτη και Πέμπτη (λιμεναρχείο: ) και από τη Χώρα Σφακίων κάθε Σάββατο και Κυριακή (λιμεναρχείο: )

Πού θα μείνετε: Υπάρχουν ενοικιαζόμενα δωμάτια με μπάνιο και κουζινάκι στους οικισμούς Σαρακήνικο: Νίκος Αρκαλάκης, τηλ: 42120, 0946-83538, 0932-778910, Κόνσολας, τηλ: 42182, 01-3241751, Βαϊλακάκης Εμμανουήλ , τηλ: 41103, Σταυριανουδάκη Γεωργία, τηλ: 42167, 42457, Λαμπάκης: 41106, Μετόχι: Μπικογιαννάκης Εμμανουήλ 42457-8, Κόρφος: Γιώργης – Μαρία Μιχελαράκη 42166

Που θα φάτε: Στο Σαρακήνικο υπάρχουν οι περισσότερες ταβέρνες και μπαρ, μπορείτε επίσης να φάτε ωραία στο Μετόχι και στο Καραβέ.  Στον Κόρφο το καλοκαίρι ο Γιώργης ψαρεύει καθημερινά φρέσκο ψάρι.

Μετόχι: (42457)

Δημοσιεύτηκε στον Ταχυδρόμο το καλοκαίρι του 2001 
 
 
 
 
 

 

 

 

Advertisements

2 Σχόλια Προσθέστε το δικό σας

  1. Ο/Η Αντώνης λέει:

    Μου θυμισες πολλά ….
    Πήγα στη Γαυδο το 2004 και τα πράγματα δεν είχαν αλλάξει καθόλου με αυτά που περιγράφεις. Από οτι μαθαίνω έχει πολλές ταβέρνες και ενοικιαζόμενα δωμάτια και ο Νίκος με τη Ελλη έχουν και ενα παιδί. Περασσαμε εκπληκτικά με άλλους 3 φίλους και θα το ξανακάνω στα επόμενα χρόνια.

  2. Ο/Η ΤΙΝΑ λέει:

    Η Γαυδος δεν προκειται να αλλαξει ποτε…Εχω παει 2 φορες και ολα μενουν ιδια αλλα τοσο μαγικα.Οταν φτανεις εκει νομιζεις πως δεν θα επιβιωσεις τοσο μακρυα απο τον πολιτισμο ειναι ομως καταπληκτικο πως φευγοντας και γυρνωντας πλεον σπιτι σου αναπολεις το φεγγαρι , τα αστερια και την απομονωση που καταφερε να σου ξυπνησει τις αισθησεις.Αξιζει να το ζησεις εστω και για 2 μερες.θα θυμηθεις επιτελους την υπαρξη σου χωρις το περιτυλιγμα…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s