Φώτης Κρικζώνης – «Εγώ ο μπάρμαν»

στις

Αλκοολικές ιστορίες

Φώτης Κρικζώνης

Είναι ο πιο θρυλικός Έλληνας μπάρμαν, σωστός άρχοντας της νύχτας. Ιδρυτής του θρυλικού «17», κοσμοπολίτης, δανδής, έχει σερβίρει όλη την Αθήνα – και τη μισή Ευρώπη: από τον Καραμανλή (τον παλαιό) μέχρι τον Τσώρτσιλ. Ο άνθρωπος, το ντράι μαρτίνι του οποίου έγινε είδηση στους «New York Times» και στην «Frankfurter Allgemeine» ανοίγει ένα μπουκάλι -με καλό κόκκινο κρασί-, το άλμπουμ με τις φωτογραφικές αναμνήσεις του και την καρδιά του και μοιράζεται μαζί μας μερικές από τις εμπειρίες του. Κι αν είχε εμπειρίες, μπρος ή πίσω από τη μπάρα…

Φώτης Κρικζώνης

«Τα μπαρ είναι σαν εκκλησία και ο μπάρμαν, ο παπάς.»

Στην αρχή πούλαγε κάρβουνα και πάγο, μετά έγινε λαντζέρης, βοηθός μαγείρου, μάγειρας, σερβιτόρος και μπάρμαν περιζήτητος στα καλύτερα σπίτια της Αθήνας. Και μετά έστησε το «17», ένα από τα πρώτα μπαρ της πόλης, που έγινε αμέσως στέκι για όλους τους σημαίνοντες της εποχής. ΄Ελληνες και ξένοι, διπλωμάτες, δημοσιογράφοι, καλλιτέχνες και κυρίως πολιτικοί από όλα τα κόμματα έγραψαν μερικές από τις πιο σημαντικές σελίδες της πρόσφατης ελληνικής ιστορίας στο διάσημο υπόγειο της οδού Βουκουρεστίου. Ο Φώτης Κρικζώνης, ο  «πατέρας των μπάρμαν» όπως συνηθίζεται πια να τον αποκαλούν, μεταφέρει το απόσταγμα 50 χρόνων εμπειρίας πίσω από τη μπάρα στο καινούργιο του βιβλίο «Εγώ ο μπάρμαν»  που θα κυκλοφορήσει μέσα στον Απρίλιο.  

Φώτης ΚρικζώνηςΦώτης ΚρικζώνηςΦώτης Κρικζώνης

Ποιος είναι ο Φώτης Κρικζώνης; «Η ζωή μου ήταν πολύ δύσκολη και περιπετειώδης» θα μου πει.  Το 1946 οι Βουρλάκηδες – μια από τις ομάδες παρακρατικών που δρούσαν στη Ρούμελη- δολοφονήσανε τον πατέρα του και τότε ο Φώτης, σε ηλικία  μόλις 13 χρόνων, κατέβηκε στην Αθήνα για να βρει δουλειά. Είχε 6 μικρότερα αδέλφια  και έπρεπε να δουλέψει για να βοηθήσει την οικογένειά του που πείναγε.  Στην Αθήνα έπιασε δουλειά στο καρβουνάδικο ενός πατριώτη του, στη γωνία Ζήνωνος και Δηληγιάννη, από κει βρέθηκε στο «Σαϊτάν», ένα ουζερί δίπλα στην Καθημερινή και το 1957, η τύχη τα έφερε να ανοίξει το «17» ένα από τα πρώτα μπαρ της μεταπολεμικής Αθήνας.  

Εκτός από την καλή κοινωνία, στο «17» άρχισαν να συχνάζουν και άλλοι, αν όχι καλοί οπωσδήποτε ισχυροί, όπως ο Τομ Καραμεσίνης, αρχηγός της CIA που έκανε το πραξικόπημα της χούντας και ο Γκας Αβράκωτος -«δόκτωρ Βρώμικο τον λέγαμε εμείς» θα μου πει ο Φώτης.  Από αυτούς μαθαίνανε πολλά πράγματα γιατί ως γνωστόν το αλκοόλ λύνει τις γλώσσες. Τι τα έκαναν όσα έφταναν στα αυτιά τους; «Με έξυπνο τρόπο μεταφέραμε όλες τις πληροφορίες στο Γιώργο το Δρόσο ένα δημοσιογράφο του BBC και της Deutsche Welle.  Ο Βαγγέλης Αβέρωφ και ο Θανάσης Τσαλδάρης μας είχαν πει ότι μπορούμε να του έχουμε απόλυτη εμπιστοσύνη. Πράγματι, ο Δρόσος ποτέ δεν μας πρόδωσε.» Στο «17» υπήρχαν άλλωστε ιδιαίτεροι κώδικες επικοινωνίας: «Οταν βλέπαμε κάποιον άσχετο να κατεβαίνει λέγαμε  φωναχτά: «αυτή η μάρκα του ουίσκι δεν είναι η ίδια που σας έβαλα να πιείτε χθες»

Η ιστορία του παλιού «17» σταμάτησε το 1990 όταν το μπαρ έκλεισε λόγω ιδιόχρησης. Δύο χρόνια αργότερα, όμως, ένα καινούργιο bar restaurant με το ίδιο όνομα άνοιξε στην οδό Λυκαβητού το οποίο ανέλαβαν οι γιοι του Φώτη, ο Λάμπρος και ο Μιχαήλ, ενώ η Αλθαία η κόρη του ασχολείται με την άλλη επιχείρηση της οικογένειας στο εστιατόριο του «Μητέρα». Συνταξιούχος πια, ο Φώτης Κρικζώνης γράφει βιβλία. Είναι δυνατόν, όμως, ένας μπάρμαν να κάτσει στο σπίτι του; Ποτέ. Εκεί στο νέο «17» θα τον βρείτε όπως πάντα κομψά ντυμένο, να τριγυρνάει ανάμεσα στα τραπέζια και να φιάχνει τα ωραία του κοκτέιλ. Το  «ΜπουλΣοτ», ο «Οργασμός», το «Αμίλητο Νερό» και το «οραντζ ντιλαϊτ»είναι μερικά από τα δικά του κοκτέιλ που φιάχνονται εδώ και χρόνια σε όλο τον κόσμο και έχουν αναγνωριστεί από την ΄Ενωση των Μπάρμαν του Λονδίνου. Το dry martini του Φώτη, όμως, είναι αυτό που τον έκανε διάσημο στα πέρατα του κόσμου αφού έγραψαν οι New York Times, το  Life και η Frankfurter Allgemeine.

 Πως είναι μια νύχτα με πολύ κόσμο σε ένα μπαρ; Με ενθουσιάζει ο κόσμος, όσο περισσότερο βλέπω τόσο περισσότερο χαίρομαι.  H νύχτα περνάει καλύτερα για ένα μπάρμαν αν πεις μια καλησπέρα στον ένα και μια βλακεία στον άλλο. Τώρα πια χαίρομαι γιατί οι άνθρωποι είναι πρώτα φίλοι και μετά πελάτες και αν μια μέρα λείψω ανησυχούν.

 Ποιος είναι ο εφιάλτης ενός μπαρμαν; Στο μπαρ από τι μια στιγμή στην άλλη μπορεί να γίνει έκρηξη. Ο μπάρμαν ξέρει ότι με το ουίσκι  πουλάει τρέλλα, δεν είναι τυχαίο που λένε «ο τρελλός είδε το μεθυσμένο και παραμέρισε». Δεν ξέρεις ποτέ πως θα αντιδράσει κάποιος που πίνει γιαυτό και πρέπει να είσαι παρών και απών ταυτόχρονα, να μην ανακατεύεται ποτέ στις συζητήσεις, αλλά να επεμβαίνεις όταν χρειάζεται. Εμένα με θεωρούν τον καλύτερο πυροσβέστη γιατί μπορώ  να πω μια καλή κουβέντα στον έναν, μια μικρή κακία στον άλλο και να τους ισορροπώ.

Αυτό είναι λοιπόν το μυστικό του καλού μπάρμαν;

Οχι μόνο. Παίζει μεγάλο ρόλο να μη μιλάει πολύ, να ακούει, να βλέπει και να σιωπά αλλά ο μπάρμαν πρέπει και να είναι εμφανίσιμος. Επίσης να μιλάει πάντα στον πληθυντικό. Με τον ενικό ο μπάρμαν χάνει σιγά σιγά το κύρος του ενώ όταν κρατάει μια μικρή απόσταση οι πελάτες του τον σέβονται όπως τους σέβεται  και αυτός.

Ο μπαρμαν πίνει;

Οχι δεν πίνει ποτέ την ώρα της δουλειάς του ειδικά αν τον πειράζει το ποτό. Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από έναν μπάρμαν μεθυσμένο.

Τι είναι αυτό που δεν έλειψε ποτέ από τη δική σας μπάρα.

Τα βασικά ποτά και η ειλικρίνεια.  Αν δεν έχεις κάποιο ποτό πρέπει να το πεις στον πελάτη σου. Μου έχει συμβεί. Θυμάμαι τον Τσώρτσιλ που ήταν λάτρης του Lagavulin. Ο Τσώρτσιλ κατέβηκε πολλές φορές στο 17. Την πρώτη φορά που ήρθε του λέω δεν την έχω αυτή τη μάρκα αλλά θα φροντίσω αύριο να τη φέρω. Και όντως την άλλη μέρα μόλις τον είδα να κατεβαίνει τα σκαλιά σέρβιρα αμέσως το αγαπημένο του μολτ. Συνήθιζε να ταξιδεύει πάντα με 2 κιβώτια Lagavulin και μερικά πακέτα κουβανέζικα πούρα, Κοχίμπας, χειροποίητα που ήταν δυσέυρετα. Μου λέει «αυτή το φορά ήρθα απροετοίμαστος στην Ελλάδα δεν έχω ουίσκι και δεν έχω πούρα» Είχε κάνει γαμπρό τον Θεόδωρο Ρουμπάνη, που παντρεύτηκε την κόρη του τη λαίδη Σάρα και έμεινε περισσότερο από όσο είχε προγραμματίσει.

Πώς ήταν μια τυπική μέρα μας; Δεν ξυπνάτε πολύ νωρίς το πρωί, φαντάζομαι.

 Και ναι και όχι. Γιατί όταν κάνεις και δεύτερη δουλειά χρειάζεται να ξυπνάς νωρίς κι εγώ εκτός από το «17» ήμουν επίσης σύμβουλος στον Καρούλια (εισαγωγέας ποτών) Οταν δουλεύεις σε μπαρ, λοιπόν, το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνεις όταν ξυπνας είναι να πάρεις δυναμεις. Εγώ έπαιρνα δύναμη κάθε πρωί από τη γλυκειά κουβέντα της γυναίκας μου και από τα τρία παιδιά μου.   Οταν έχεις οικογένεια δεν σκέπτεσαι ούτε την κούραση ούτε το ξενύχτι. Η δική μας η δουλειά είναι πολύ δύσκολη και γιατί όταν οι άλλοι ξεκουράζονται ή γιορτάζουν εσύ πρέπει να δουλεύεις. Μια καλή οικογενειακή ζωή λοιπόν είναι το Α και το Ω.

Ποιο είναι το πιο παράξενο πράγμα που θυμόσαστε;

Μου έχουν συμβεί τόσα πολλά, τι να πρωτοθυμηθώ. Αλλά θα σου πω. Μια μέρα  μπαίνει μια κυρία και μου λέει «παρακαλώ πάρα πολύ πάρτε πέντε χιλιάδες (δραχμές τότε) για να κεράσετε  τον πιο ωραίο άντρα που είναι στο μπαρ». Παίρνω τις πέντε χιλιάδες αλλά ξέχασα να κεράσω κάποιον. Υστερα από δέκα μέρες ξανάρχεται η κυρία και μου λέει «κύριε Φώτη κάνατε αυτό που σας είπα;» λέω «ποιο πράγμα;» «δεν σας έδωσα πέντε χιλιάδες να κεράσετε;» και της απαντάω  «κυρία μου κοίταξα όλους τους άνδρες, δεν είδα κανέναν πιο όομορφο από μένα και το ήπια εγώ» Μου λέει, λοιπόν, «πάρε άλλες πέντε να τις πιεις.» Από τότε είναι η πιο πιστή μου πελάτισσα και όταν έρχεται ακόμα και τώρα στο καινούργιο μαγαζί, το πρώτο πράγμα που κάνει είναι να με κερνάει.

Οι πελάτες σας αφήνανε φιλοδώρημα;

Οι Ελληνες, νομίζω ότι είναι οι καλύτεροι πελάτες του κόσμου, ακόμα και ο πιο φτωχός θα αφήσει το 10%, άλλοι πολύ περισσότερο. Μετά έρχονται οι Αμερικάνοι δεν το κάνουν όμως με τον τρόπο που το κάνουν οι Ελληνες. Οι Εγγλέζοι πάλι είναι πολύ πονηροί. Αφού αφήνουν τα ρέστα στο τασάκι, τα παίρνουν με τρόπο και λένε «αυτό για σας». Βλέπεις ότι είναι άδειο αλλά δεν μπορείς παρά να πεις ευχαριστώ.  Αν πάλι κάποιος αφήσει υπερβολικό φιλοδώρημα κάτι σημαίνει, είναι κάτι που δεν μου αρέσει, κάποιο σκοπό έχει. Το κάνανε ορισμένοι που ήταν ανώμαλοι ή κάτι θέλανε να ζητήσουν, πληροφορίες ας πούμε.

Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην παλιά και την καινούργια πελατεία;

Τώρα πια υπάρχει κόσμος που το φοβάται το 17. Είναι ένα μπαρ – εστιατόριο για όλο τον κόσμο, δεν είναι πια λέσχη όπως παλιά αλλά ο καυγατζής ή κάποιος που πίνει και μεθάει δεν θα μπει. 

Πώς κρατήσατε τους ανεπιθύμητους μακρυά;

Με το που άνοιξε το «17», πρώτες πρώτες ήρθαν η Ελένη η Βλάχου και η Αθηνά η Λοράνδου που ήταν ιδιαιτέρα του Δημήτρη του Λαμπράκη. Μετά κατέβηκε και ο Γιάννης Πελτέκης, η Αλίκη Μπέμπη, ο Αχιλλέας Χαιρέτης, ο Σοφοκλής Βενιζέλος, ο Ηλίας Τσιριμώκος, ο Σπύρος Παπαληγούρας.  Πλάκωσαν όμως και άσχετοι που αν τους αφήναμε θα έδιωχναν τον καλό κόσμο και τότε ο Δημήτρης Ρεδιάδης, ο νομικός που είχε γράψει μαζί με τον πατέρα του Δευκαλίωνα Ρεδιάδη τον ναυτικό κώδικα βρήκε τον τρόπο να τους πετάξουμε έξω. Εβγαλε μια άδεια για λέσχη «Αμφικτύων» και όποτε ερχόντουσαν κάποιοι ενοχλητικοί τους λέγαμε «this is a private club» και έφευγαν. Πολλοί προσπάθησαν να κάνουν φασαρία, μας έκαναν μηνύσεις αλλά πάντα δικαιωνόμαστε. Υπήρχαν 32 μέλη που πλήρωναν εισφορά και με τα λεφτά αυτά κάναμε δωρεές στο ΠΙΚΠΑ, στα σπαστικά παιδιά και στα ορφανά.

Τζαμπατζήδες είχατε;

Πολλούς. Είχανε διάφορα κόλπα, με την κάρτα, ότι του κλέψανε το πορτοφόλι ή άλλες δικαιολογίες.  Εις γνώση μας φτάναμε μέχρι ένα ορισμένο σημείο.  Γενικά, όμως, χρειάζεται να είσαι πολύ προσεκτικός. Οταν κάποιος κερνάει συνέχεια και λέει «γράψτα αύριο θα πληρώσω» την άλλη μέρα που θα έρθει, θα πρέπει να του πεις αμέσως «ξέρετε κύριε χθες ξεχάσατε να πληρώσετε το λογαριασμό σας» γιατί αν τον  αφήσεις δεν θα πάρεις ποτέ τα λεφτά σου.

Πως θα πείσεις έναν μεθυσμένο πελάτη να σταματήσει;

Μόλις πεις σε έναν ξένο ότι ήπιε αρκετά θα σε ευχαριστήσει, θα πληρώσει και θα φύγει αμέσως, ο Ελληνας, όμως, είναι το αντίθετο, θίγεται και ζητάει να πιει κι άλλο. Γιαυτό πρέπει να βρεις το κουμπί του.  Αν τον δεις να ξεφεύγει πρέπει να του φέρεις ένα μεζέ, να του πεις να πιει ένα καφέ και μετά να ξαναρχίσει.

Ποιο είναι το χειρότερο κομμάτι της δουλειάς σας;

Για ένα μπάρμαν το ξενύχτι και η οχλαγωγία είναι ότι χειρότερο. Μιλάνε όλοι μαζί και δεν ακούει κανένας. Για αυτούς που το σέβονται, το μπαρ  είναι σαν εκκλησία και ο μπαρμαν πρέπει να είναι ο παπάς. Εκτός από το χειρότερο υπάρχει όμως και το καλύτερο, όταν μπορείς να κάνεις μια ωραία συζήτηση και να πιεις κι εσύ μαζί με τους πελάτες του ένα ποτό. Οι άνθρωποι έρχονται για να χαλαρώσουν και να περάσουν καλά, αν μπορέσεις λοιπόν να το μοιραστείς μαζί τους κέρδισες.

Εχει αλλάξει ο πελάτης του μπαρ;

Πολύ πάρα πολύ. Ο παλιός πελάτης ήταν πιο νηφάλιος, είχε  εισοδήματα, δεν ερχόταν κάποιος που δεν είχε λεφτά. Σήμερα λίγοι είναι αυτοί που κυκλοφορούν χωρίς να έχουν πρόβλημα. Τους βλέπεις είναι νευρικοί, η ζωή τους είναι αφόρητη, παλιά δεν το είχαμε αυτό. Βέβαια δεν μπορείς να βγάλεις συμπέρασμα για κανέναν αν δεν τον δεις και νηστικό και χωρίς λεφτά και μεθυσμένο και ξεμέθυστο για να κρίνεις τον χαρακτήρα του. Εμείς οι μπάρμαν, όμως, έχουμε τρομερό ένστικτο και η πείρα μας βοηθάει να καταλάβουμε αν ένας άνθρωπος είναι καλός ή όχι.

 Πάτε σε άλλα μπαρ;

Μου αρέσει να βγαίνω όταν ανοίγει ένα καλό εστιατόριο, γιατί θέλω να δοκιμάζω τις γεύσεις του. Παλιά, όμως, δεν άφηνα μαγαζί για μαγαζί. Δεν υπήρχε μπαρ που να μην έχω πάει. Σε σοβαρά βέβαια μαγαζιά, σε μπαρ με γυναίκες δεν έχω πάει ποτέ. Οταν ανοίξαμε εμείς το 17, ήταν λίγα τα μπαρ της Αθήνας.  Τότε είχε ανοίξει και το Galaxy στη στοά Πανεπιστημίου, ο Λώρας στην πλατεία Μαβίλη, το Au Revoir στην Πατησίων, εκεί θάβρισκες πάντα τους φίλους σου. Σήμερα υπάρχουν χιλιάδες μπαρ πολύ όμορφα, με ωραία ατμόσφαιρα. Χαίρομαι να πάω να πιω κάπου ένα καφέ, να ακούσω ωραία μουσική και να χαλαρώσω.

Αν ξεκινάγατε πάλι από την αρχή πώς θα ήταν το μπαρ που θα φιάχνατε;

Θα έφιαχνα μια γωνιά ήσυχη, νάρχονται 5-10 φίλοι να συζητάμε σε οικογενειακή ατμόσφαιρα. Συγχρόνως, όμως, θα ήθελα να έχω δίπλα ένα τζαζ κλαμπ. Σήμερα βάζουν πολύ δυνατή μουσική και άσχετη με το ποτό. Αυτό το ντουπ ντουπ δεν ταιριάζει. Αλλού πάλι μπαίνεις και βλέπεις ένα δυνατό κόκκινο χρώμα στον τοίχο, που είναι πολύ κουραστικό. Στο μπαρ πας για να χαλαρώσεις και θέλεις κάτι πιο ήρεμο να σε περιβάλλει.

Ποιον πελάτη θα θέλατε να σερβίρετε που δεν έχει έρθει ακόμα;

Δεν μπορώ να σκεφτώ,  όλοι έχουν έρθει στο 17, με πολλούς πελάτες μάλιστα έχουμε θερμή επαφή. Θυμάμαι με συγκίνηση τον  Γιάννη Μαρή, Τσιριμώκο το λέγανε, αλλά ήθελε το όνομα Μαρής.  Ερχόταν καθημερινά στις 10 η ώρα το πρωί παράγγελνε ένα ουισκάκι και καθόταν σε μια γωνιά και έγραφε. Ολα τα βιβλία του κάτω στο 17 τα έγραψε γιαυτό και πολλές φορές αναφερόταν  στο μπαρ, θυμόσαστε το «Κορίτσι του 17»;  Ο Μαρής έπινε το ουίσκι του τόσο σιγά που λέγαμε ότι το έτρωγε.

Πως είναι να «τρώει» κάποιος το ποτό του;  

Το βάζει στο στόμα του γουλιά γουλιά και το «μασάει», δεν το καταπίνει με μιας, αυτόν μην τον φοβάσαι καθόλου. Αμα το πίνει όμως σα νερό τότε θάχει κακά αποτελέσματα. Να σου πω και μερικούς δημοσιογράφους που λάτρευα. Ερχόταν ο Παύλος Παλαιολόγος, παρήγγελνε το κονιάκ του με μια καραμέλα μέσα, είχε πάντα μαζί του και τη γραμματέα του και αφού κοιτούσε αριστερά δεξιά άρχιζε να υπαγορεύει στην κοπέλα τα αριστουργήματα που περιμέναμε να δημοσιεύσει την  άλλη μέρα στην εφημερίδα.  Ο Ψαθάς ήταν διαφορετικός άνθρωπος, πιο εγωιστής. Ο Αλέκος Λιδωρίκης, πάλι όταν τάπινε γινόταν θορυβώδης και ήθελε να λέει για τις κατακτήσεις του, το αντιθετο δηλαδή από τον Παλαιολόγο που δεν του έπαιρνες λέξη. Ολοι αυτοί οι άνθρωποι, όμως, ήταν κορυφαίοι.

Οι εποχές αλλάζουν. Οι πελάτες ξοδεύουν όπως παλιά;

Α, πολύ λιγώτερα. Είχαμε πελάτες που έπιναν 3-4 ουίσκι και κέρναγαν άλλα τόσα τους φίλους τους, σήμερα πίνουν δύο, τα πληρώνουν και φεύγουν όταν είναι αξιοπρεπείς. Παλιά υπήρχε ζωντάνια στον κόσμο, ο κόσμος διασκέδαζε μεσημέρι βράδυ, τώρα όλοι είναι μαραμένοι, δεν βλέπω πια χαρούμενο κόσμο. Τότε ανοίγανε διάφορες συζητήσεις, μιλάγανε για γυναίκες, για ποτά, σήμερα έχουν αγωνία για το αύριο, αυτό είναι το μοναδικό θέμα συζήτησης στο μπαρ. Η Αθήνα έχει αλλάξει πολύ, πάμε προς το χειρότερο. Παρόλο ότι περάσαμε δύσκολα χρόνια μετά τον πόλεμο είχαμε ελπίδα για το μέλλον, τώρα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Υπάρχει αβεβαιότητα και ανασφάλεια στον κόσμο.

Ποιο είναι το απόσταγμα μιας ζωής όπως η δική σας, τι θα λέγατε στα παιδιά σας σήμερα;

Ο γονιός θα πρέπει να είναι ειλικρινής με τα παιδιά του και να συζητάει το κάθε θέμα μαζί τους, σε οτιδήποτε πρέπει να συμμετέχει η οικογένεια ολόκληρη. Εγώ τους έλεγα «έχετε ένα χιλιάρικο τη βδομάδα, θέλετε περισσότερα; Ελάτε στο μαγαζί να βοηθήσετε» έτσι τους έβαλα μέσα στη δουλειά. Αυτό που δεν μ’αρέσει καθόλου  είναι να βλέπω τα παιδιά αντί να ασχολούνται με το διάβασμά τους να χάνουν το χρόνο τους και να ξημεροβραδιάζονται σε καφετέριες. Δεν μιλάμε για απαγορεύσεις, να είναι ελεύθερα αλλά να έχουν την ευθύνη της ζωής τους. Νομίζω  ότι οι γονείς κάνουν λάθος που δεν αφήνουν τα παιδιά τους να εργαστούν. Τα παιδιά πρέπει να είναι υπεύθυνα και να προσφέρουν στην οικογένειά τους με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.

Το καινούργιο σας βιβλίο πώς προέκυψε;

Δεν το έγραψα με σκοπό να γίνει best seller βασισμένο σε κουτσομπολιά και ροζ ιστορίες που να θίγουν γνωστά πρόσωπα. Είμαι 50 χρόνια μπάρμαν και γνώρισα την καλή κοινωνία της Αθήνας σε βάθος. Ξέρω πολλά γιατί το αλκοόλ λύνει τη γλώσσα των ανθρώπων και υπήρξα για πολλούς διάσημους ο εξομολόγος τους. Στο βιβλίο περιγράφω τη δύσκολη ζωή μου για να δώσω ένα παράδειγμα αισιοδοξίας στους νέους ανθρώπους. Αν έχουν πίστη στον εαυτό τους, επιμονή και υπομονή και φιλοδοξία να δημιουργήσουν μια ζωή που να έχει άνεση και ποιότητα θα πρέπει να παλέψουν σκληρά αλλά με τίμια μέσα για να φτάσουν στο σκοπό τους. Εγώ βαδίζω τώρα προς τη Δύση του λαμπερού μου ήλιου. Ως τώρα έζησα μια καλή ζωή πλούσια σε εμπειρίες. Προσεύχομαι στο θεό να μου δώσει τη δύναμη να φτάσω ως το τέλος όρθιος, αξιοπρεπής με ανέπαφες τις πνευματικές μου δυνάμεις.

ΙΝΦΟ

Τα βιβλία του Φώτη Κρικζώνη

·        Αγραφα και ο ιστορικός Δήμος Ρεντίνας – Οδοιπορικό στο χρόνο, το υπογράφει μαζί με την Ελευθερία Δ. Σταυράκη

·        «Η τέχνη του κοκτέιλ – Η τέχνη της απόλαυσης», Εκδόσεις Καστανιώτη, υποψήφιο για το Βραβείο του Καλύτερου Βιβλίου για Ποτά στον Κόσμο, των Gourmand World Cookbook Awards 2009. 

·        «Εγώ ο μπάρμαν» με επιμέλεια της Λιλής Γιαλέσσα – Λεοντίδη, θα κυκλοφορήσει τον Απρίλιο από τις εκδόσεις Καστανιώτη

Η συνέντευξη (μέρος αυτής) δημοσιεύτηκε στον Ταχυδρόμο, 04.04.09

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s