Κωνσταντινούπολη – Για την ψυχή της πόλης

στις

Αναδρομές στον χρόνο και στον λόγο

ΠΟΣΟ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΧΕΙ ΣΗΜΕΡΑ ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ  ΜΕ ΚΕΙΜΕΝΑ –ΤΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ- ΓΡΑΜΜΕΝΑ ΤΟΝ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΡΟ-ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ ΑΙΩΝΑ;

Τα «μεγάλα» ονόματα που φιγουράρουν στα περιεχόμενα δίνουν άμεσα μια πρώτη απάντηση αφού στον τόμο, τον οποίο προλογίζει ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερώνυμος περιλαμβάνονται εκτός από το δικό του σαράντα εννέα κείμενα, μερικά με υπογραφές πολύ «βαριές». Ανθολογημένα τα περισσότερα από το έργο προσωπικοτήτων σημαντικών για τα ελληνικά  γράμματα, είναι κείμενα κατ’αρχάς αυτοαναφορικά, τα οποία, αποτυπώνουν την σχέση του συγγραφέα τους με την Κωνσταντινούπολη. Ανάμεσά τους είναι γραπτά των Γιώργου Σεφέρη, Φώτη Κόντογλου, Ηλία Βενέζη, Γ.Μ. Βιζυηνού, Αργύρη Εφταλιώτη, Ιωνα Δραγούμη, Κωνσταντίνου Σβολόπουλου, Μαρίας Ιορδανίδου, Μ. Καραγάτση, του Παύλου Παλαιολόγου, της Καλλιρόης Παρρέν και του Αλκη Θρύλου (φιλολογικό ψευδώνυμο της Ελένης Ουράνη) άλλα και σύγχρονα κείμενα όπως αυτά των ζωγράφων Αλέκου Φασιανού και Φαίδωνα Πατρικαλάκη που συντάχτηκαν ειδικά για την έκδοση αυτή.  

Ουσιαστικά όμως το ενδιαφέρον βρίσκεται στη δυνατότητα των πολλαπλών αναγνώσεων που προσφέρουν οι σελίδες του τόμου αυτού.   Κυρίως όταν γίνονται αλλιώς.  Δηλαδή, με μια ματιά κριτική, συγκριτική, ιστορικο-κοινωνική, μέσα στο πλαίσιο της εποχής τους και με την απόσταση του χρόνου, του τόπου και του λόγου.  Ο λόγος με την έννοια της ικανότητας του ανθρώπου να επικοινωνεί και η ίδια η γλώσσα (η ελληνική) έχουν κυρίαρχη θέση στο βιβλίο όχι μόνο μέσα από τις βασικά λογοτεχνικές- ιστορικές -ταξιδιωτικές περιγραφές της Πόλης του περασμένου αιώνα αλλά και με στοιχεία.  Για παράδειγμα, στο άρθρο του ακαδημαϊκού Κωνσταντίνου Σβολόπουλου  με τίτλο «Η πρωτοπορία στα γράμματα και τις επιστήμες υπό την οθωμανική  αυτοκρατορία» υπάρχουν ενδιαφέροντα στατιστικά στοιχεία -καθώς και παραπομπές σε πολύ μεγάλη βιβλιογραφία- για τα ορθόδοξα σχολεία, τον ελληνικό τύπο, ημερήσιο και περιοδικό, και γενικότερα για την ελληνική παιδεία, τον πνευματικό βίο και την πολιτεία των Φαναριωτών την περίοδο της ακμής του Ελληνισμού στην Κωνσταντινούπολη κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα.

Εξίσου εντυπωσιακά είναι από κοινωνικής πλευράς και τα στοιχεία που υπάρχουν στη «Χειραφετημένη» της Καλιρρόης Παρρέν για τη μπόρσα (το χρηματιστήριο της Κωνσταντινούπολης) όπου «…αι πλούσιαι Οθωμανίδες και αι Αρμένιαι ήσαν εδώ τα πρώτα θύματα. Η οκνηρά και άσκοπος ζωή των, η οποία διέρχεται μεταξύ ατελειώτων κιαθίσκων καφέ και δοχείων γλυκισμάτων και σερμπετιών, εξεγείρει βαθμηδόν και κατ΄ολίγον το νευρικόν των σύστημα εις βαθμόν ώστε μόνον εις ισχυράς συγκινήσεις να σβήνει η δίψα της ανάγκης της δράσεως και της νοσηράς ανίας, υπό της οποίας καταλαμβάνονται. … Αι σουλτάναι και αι γραίαι πριγκήπισαι έκαμαν τα πρώτα βήματα. Αι άλλαι ήλθαν κατόπιν. Αρμένιαι και Λεβαντίναι και γυναίκες εύποροι πάσης τάξεως και πάσης φυλής». Το κείμενο της Παρρέν χρειάζεται να το δει κανείς κάτω από τη ηθικοπλαστική επιφάνεια του λόγου της, με την κοσμοπολίτικη, πόλυ-πολιτισμική και επαναστατική για την εποχή της ματιά μιας φεμινίστριας από το Ρεθυμνο που γνώρισε καλά τον γυναικόκοσμο της Πόλης όταν παντρεύτηκε τον Κωνσταντινουπολίτη γιο Γάλλου πατέρα και Αγγλίδας μητέρας.  

Η διαδοχή των κειμένων δεν ακολουθεί χρονολογική ή αξιολογική σειρά (ανάλογα με το βάρος και το κύρος του συγγραφέα τους) δοξάζει όμως τη σημασία που έχει η κρισάρα του χρόνου.  Γιατί με το πέρασμά του τα πράγματα «τακτοποιούνται» αλλιώς, γίνονται συναίσθημα, αναπόληση και μνήμη, που επανέρχονται και προκαλούν συνδέσεις με τρόπο απρόβλεπτο και απροσδόκητο. Περνώντας λοιπόν από το ένα κείμενο στο άλλο – με όποια σειρά θέλει κανείς- και παίρνοντας απόσταση τόσο από τη χρονική στιγμή που έχει γραφτεί το κάθε ένα από αυτά όσο και από την ιστορική στιγμή στην οποία αναφέρεται ο συγγραφέας  του, ο αναγνώστης  κάνει αυτόματα τη σύγκριση μεταξύ τους και βλέπει καθαρά το πρίσμα του καθενός. Μέσα από συχνά–μαγικές- περιγραφές χώρων, τοπίων και ανθρώπων, ονειρεύεται, οραματίζεται, καθρεφτίζεται, αναπολεί, συγκινείται, θυμώνει, θαμπώνεται, κυρίως όμως ταξιδεύει στην ιστορία και παίρνει μια γεύση από μια πόλη που ζει αδιάκοπα εδώ και είκοσι πέντε αιώνες. Πολυάνθρωπη, πολύβουη, πολυεπίπεδη, πολυπολιτισμική, αν και βασικά συνισταμένη τριών πολιτισμών, και δύο ηπείρων, «η ίδια η Πόλη έγινε ένα αξεπέραστο «σημαίνον». Αυτό αξίζει να μην το λησμονούμε κυρίως εμείς οι Νεοέλληνες που, μετά την ανεξαρτησία, ξένα και ντόπια συμφέροντα μας συνέδεσαν μονομερώς μόνο με την αρχαία Ελλάδα ξεχνώντας, όπως λέγει ο Καβάφης, τον ένδοξό μας Βυζαντινισμό, με αποτέλεσμα να ζούμε πολλοί σε μια μεγάλη σύγχυση αναφορικά με την ταυτότητά μας» γράφει στον πρόλογό του ο Αρχιεπίσκοπος.  Λέει επίσης ότι  «είναι η πόλη του μέλλοντος όχι από απόψεως εθνικής ή πολιτικής αλλά από απόψεως κυρίως πνευματικής».

Βέβαια, εντωμεταξύ η πόλη δεν λέγεται πια Κωνσταντινούπολη αλλά Ισταμπούλ και δεν την κατοικουν έλληνες εκτός από μερικές εκατοντάδες. Ναι είναι η Ισταμπούλ του Ορχάν Παμούκ και του Αρά Γκιουλέρ, αλλά και ενός δυνατού επιχειρηματικού κόσμου. Κι ενώ εμείς συνεχίσουμε να ζούμε με τον μύθο και τα οράματα του παρελθόντος η Τουρκία κατασκευάζει τον μύθο του μέλλοντός της. Εξωραϊζει τα μνημεία της  αναδεικνύοντας το ευρωπαϊκό της πρόσωπο -η Ισταμπούλ ήταν Πολιτιστική Πρωτεύουσα για το 2010 με σλόγκαν «Η Τουρκία είναι έτοιμη»- και ταυτόχρονα υπενθυμίζει με κάθε τρόπο τη στρατηγική θέση της ανάμεσα στις τρεις ηπείρους, που βρέχονται από τη Μεσόγειο.

Για την ψυχή της πόλης

Αποσπάσματα από τις «Μέρες»  του Γιώργου Σεφέρη,

(1949)Δευτέρα, 19 Σεπτέμβρη. Πόλη

 «Το σπίτι όπου κατεβήκαμε (το Προξενείο) είναι ένας απόστρατος Λαβύρινθος. Από τα μεσημβρινά παράθυρα φαίνεται η πούντα του Σεραγιού και η Αγιά-Σοφιά. Από τα βορινά βλέπεις κάποτε μια τρελλή γριά, ξέστηθη, που ορύεται σε ξένες γλώσσες. Μου είπαν πως είναι Αρμένισσα. Πρώτος εγκάτοικος τούτου του σπιτιού, ένας πατριάρχης Ιεροσολύμων. Σημερινό αποτέλεσμα: για να πας στο μπάνιο, περνάς από το παρεκκλήσι του πατριάρχη. Ο γάτος, ένας ωραίος γκρίζος γάτος, είναι μουνουχισμένος: «Λιγότεροι μπελάδες», εξηγούν.» 

(1950) Σάββατο, 26 Αυγούστου. Πόλη

Η Σμύρνη έχει χάσει τον ίσκιο της’ η Πόλη τον κρατάει ακόμη’ το αποθυμά κανείς αυτό στην ξέσκεπη Ανατολή. Το ξενοδοχείο εδώ («Pera Palace») είναι ό,τι πρέπει να είναι για την Πόλη: απομεινάρια ετοιμόρροπα παλιάς πολυτέλειας.

Το παράθυρό μας βλέπει προς τον Κεράτιο, όπου βασίλεψε ο ήλιος. Τώρα στη θάλασσα καλοί τόνοι μολυβιού. Στο πρώτο πλάνο ένας ξελεπιασμένος τρούλος σύγχρονης οικοδομής. Μπροστά στον τρούλο, ένας άνθρωπος με πιτζάμες «καραδοκεί» (στο παράθυρο, δεύτερο πάτωμα)’ ξαφνικά, βγάζει ένα καλάθι και το κατεβάζει. Από κάτω ο μανάβης’ ρίχνει ένα μάτσο χόρτα. Ο άνθρωπος τραβά γρήγορα το σκοινί, σα να τσίμπησε το ψάρι, και κλείνει γρήγορα το παράθυρο. Θέαμα που είδα πολλές φορές στους δρόμους της Πόλης. Αυτοί οι άνθρωποι με τα καλάθια μου κάνουν την εντύπωση φυλακισμένων.

«Ποτέ δεν είδα τέτοιο πράμα στον αιώνα μου (=στη ζωή μου)», έλεγε χτες ο σοφέρ’ είναι Κωνσταντινοπολίτης.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ

Επιλογή – Επιμέλεια κειμένων: Θανάσης Θ. Νιάρχος

Ερευνα: Ελενα Σ. Τσαγκαράκη

ΕΚΔ. ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ, 2010

ΣΕΛ.: 428

Τιμή: 25 ευρώ, δεμένο

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s