Χριστούγεννα στη «Μεγάλη Βρεταννία»

στις

Στον ένα μπουφέ ολόφρεσκος σολομός και δίπλα του αρνίσια παϊδάκια, ψημένα και τα δύο τόσο όσο ώστε να είναι τρυφερά, ζουμερά και πεντανόστιμα. Απέναντι σπρινγκ ρολς και πουγκάκια με γέμιση γλυκοξινοκαφτερούτσικη. Στη άλλη άκρη μια παρμεζάνα Ρετζιάνο  -ολόκληρο κεφάλι σκαμμένο για τα καλά- με γέμιση ριζότο (με τρούφα και παρμεζάνα φυσικά) δίπλα σε μικρά σουβλάκια και κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά, ορεκτικά μεταμφιεσμένα σε επιδόρπια. Τα πραγματικά γλυκά, όμως, (μινιόν και εξαιρετικά εκτελεσμένα όπως όλα τα εδέσματα, στημένα μαζί με τα φρουτάκια στην άλλη άκρη της σάλας) ήταν αναγνωρίσιμα δια γυμνού οφθαλμού. Μια πανδαισία, δηλαδή, γεύσεων και χρωμάτων πολύ διακριτικά δοσμένων είχε ετοιμαστεί προσεκτικά -με την εποπτεία της έμπειρης οικοδέσποινας – επικεφαλής των Δημοσίων Σχέσεων του καλού ξενοδοχείου Χριστίνας Παπαθανασίου- για να φιάξει το κέφι των ανθρώπων.  Φέτος, μάλιστα, ο κόσμος μου φάνηκε ακόμα πιο πολύς -όπως έμαθα ήταν καλεσμένοι μαζί επαγγελματίες από τον δημοσιογραφικό και τον τουριστικό χώρο- και δεν μου φάνηκε καθόλου παράξενο αυτό που διέκρινα στο βλέμμα τους. Αναρωτιόντουσαν όλοι σιωπηλά πόσο και πώς θα αντέξουμε αυτούς τους δύσκολους καιρούς.

(Γιαυτό  ακριβώς το τελευταίο επιτρέψτε μου να κάνω μια παρένθεση. ΄Ακουσα διάφορα σχόλια, ειδικά από τους νεώτερους συναδέλφους, άλλα απαισιόδοξα κι άλλα αισιόδοξα. Προτιμώ να μείνω στα τελευταία γιατί μ’άρεσαν με την έννοια ότι γίνεται πλέον κατανοητό από όλο και περισσότερους ανθρώπους ότι στους καιρούς μας δεν μπορείς να αφήνεις τίποτα στην τύχη. Χρειάζεται να είναι κανείς ευέλικτος, αλληλέγγυος και συνεργάσιμος, να έχει Plan B. και εννοείται να είναι άριστος επαγγελματίας.)

Το παραδοσιακό κάλεσμα, λοιπόν, της «Μεγάλης Βρεταννίας» παραμονές των γιορτών είχε μικρότερη ποικιλία φέτος σε σχέση με άλλες χρονιές, ήταν δηλαδή πιο λιτό ακόμα και σε εμφάνιση αλλά κατά τη γνώμη μου ήταν πιο εκλεκτό, δόθηκε μεγαλύτερη έμφαση στην ποιότητα.  Το ίδιο θα έλεγα και για το μπαρ, όπου προσφερόταν (ό,τι ήθελες να πιεις βεβαίως αλλά βασικά) Kir Royal για καλωσόρισμα και  Μετόχι Χρωμίτσα λευκό και κόκκινο, τα διαμάντια του Τσάνταλη που παράγονται  στον Αμπελώνα της Μονής του Αγίου Παντελεήμονα στο Αγιο Όρος.  (Για την ιστορία, η Οικογένεια Τσάνταλη  έχει εδώ και τριάντα πέντε χρόνια αναβιώσει και καλλιεργεί τον αμπελώνα του Ρωσικού Μοναστηριού και εδώ παράγει μερικά από τα πιο εκλεκτά βιολογικά κρασιά της, ένα λευκό από τις ποικιλίες Chardonnay και Ασύρτικο και δύο ερυθρά από Λημνιό και Cabernet Sauvignon. Ο Αγιωρίτικος αυτός οίνος  με την  ετικέτα Kromilitsa (Χρωμίτσα) ανέδειξε τον Τσάνταλη σε Μοναδικό Προμηθευτή Οίνου του Κρεμλίνου της Μόσχας.)

Μια «αμαρτία» δεν έκανα μόνο και τώρα το έχω μετανιώσει. Δεν δοκίμασα μαρσμαλόους (αφράτα και λαστιχωτά μαρεγκάκια) βουτηγμένα στο συντριβάνι της σοκολάτας. Ας είναι, ίσως του χρόνου.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s