Pension FUNK – BERLIN JE T’AIME 1

στις

Asta Nielsen, Den Sorte Drøm (The Black Dream), 1911

Φέτος αναμφίβολα είναι η χρονιά της αναβίωσης του βωβού κινηματογράφου με το «Artist» να κρατάει τα σκήπτρα και το «Hugo» να ακολουθεί. Είδα και τις δύο ταινίες, και τις κατέγραψα στη μνήμη μου. Και όταν έφτασε η ώρα να ταξιδέψω  στο Βερολίνο ενθουσιάστηκα με την ιδέα να μείνω σε μια πανσιόν που κάποτε ήταν το διαμέρισμα μιας μεγάλης σταρ του ευρωπαϊκού κινηματογράφου των αρχών του προηγούμενου αιώνα.  Και η «Funk» με αποζημίωσε.

Είναι ένα μικρό ξενοδοχείο/πανσιόν ( http://www.hotel-pensionfunk.de/) που στεγάζεται στον πρώτο όροφο ενός εντυπωσιακού κτιρίου. Πεντακάθαρο και με στiλ ανυπέρβλητο. Εμπνευσμένο από την Δανέζα ηθοποιό ΄Αστα Νίλσεν, die Asta, όπως την έλεγαν οι Γερμανοί, που είχε εγκατασταθεί σ’αυτό εδώ το διαμέρισμα από το 1931 έως το 1937 οπότε και γύρισε στην πατρίδα της μην αντέχοντας την άνοδο του ναζισμού στη Γερμανία. Το κτίριο χτίστηκε το 1895 και διατηρεί αναλλοίωτα τα  αρχιτεκτονικά στοιχεία του τέλους του 19ου αιώνα και τις χαρακτηριστικές επιρροές του Jugendstil. Αργότερα, μετατράπηκε σε ξενοδοχείο, ένα από τα πολλά αυτού του στιλ που υπάρχουν στο Βερολίνο και τα οποία έχουν καταφέρει να περισώσουν κάτι από το κλίμα μιας εποχής που έχει περάσει ανεπιστρεπτί.

Βρίσκεται στo Charlottenburg, τη βερολινέζική συνοικία με τον παριζιάνικο αέρα, στο μέσον περίπου της Fasanenstrasse (είναι κάθετος της Κurfürstendamm και παράλληλος της Uhlandstrasse στο ύψος της ομώνυμης στάσης των λεωφορείων, και του μετρό -Ubahn).  Στους κατοίκους αυτής της πόλης, (που πρέπει να ομολογήσω ότι μου φάνηκαν διαφορετικοί από Γερμανούς άλλων περιοχών, καθώς είναι πιο χαλαροί, πιο εξωστρεφείς και πιο ευέλικτοι άνθρωποι), η  Fasanenstrasse είναι γνωστή και αγαπημένη. Αναρωτήθηκα γιατί.Literaturhaus, Fasanenstrasse, Berlin

Μήπως γιατί είναι ένας πολύ ωραίος μικρός δρόμος  με κομψά μαγαζιά και ανέγγιχτα (από τους βομβαρδισμούς) κτίρια; Μήπως γιατί εκεί (διαγωνίως απέναντι από το «Funk») σε μια ιστορική βίλα εποχής στεγάζεται το Literaturhaus (http://www.literaturhaus-berlin.de/) με το «Wintergarten» Café- Restaurant; Μήπως γιατί εκεί κοντά υπάρχουν πολλά θέατρα, καμπαρέ και εστιατόρια;

«Funk», δωμάτιο 26

Για τους παραπάνω λόγους πάντως τόσο η Φαζάνενστράσε (η οδός Φασιανών) όσο και η πανσιόν Φουνκ (δηλαδή Ραδιόφωνο) κέρδισαν μια καλή θέση στη  καρδιά μου.  Τα δωμάτιά της μπορεί να μην είναι και τόσο λειτουργικά τουλάχιστον με τα δεδομένα της εποχής μας που λατρεύει την εργονομία. Είναι τρομερά ψηλοτάβανα, γεμάτα με ογκώδη έπιπλα -μερικές φορές κάπως άβολα- και πολύ ζεστά (όπως όλα τα κτίρια στο Βερολίνο). Ήταν Μάρτης μήνας, να σκεφτείς, με 6ο Κελσίου έξω και κοιμόμουν με το παράθυρο μισάνοικτο για να εισπνέω το αεράκι. Αλλά δεν κρύωνα καθόλου. Ισα ίσα. Αρκούσε να ανάψω για ένα τεταρτάκι το (τεράστιο) μαντεμένιο καλοριφέρ, για να γλυκάνει αμέσως η θερμοκρασία μέσα στο δωμάτιο.

«Funk», δωμάτιο 24

Τηλεόραση δεν υπάρχει, παρέχεται όμως πρόσβαση στο ίντερνετ, δωρεάν. Γιατί μπορεί το «Funk» να είναι παλιομοδίτικο, έχει όμως ανοίξει και διαδικτυακό κανάλι επικοινωνίας με τους πελάτες του (www.hotel-pensionfunk.de ). Τα δωμάτιά του δεν έχουν όλα μπανιέρα ή ντουσιέρα και wc. Ούτε πιστολάκι για τα μαλλιά ή άλλες περιττές πολυτέλειες, αυτές τις κουβαλάς μαζί σου αν σου χρειάζονται.

ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΑ ΜΙΑΣ ΑΛΛΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

Το  μεγάλο ατού του «Funk» είναι η ατμόσφαιρα.  Η είσοδος του κτιρίου είναι τρομερά υποβλητική. Κι αν το να ανεβοκατεβαίνεις τη σκάλα, σου θυμίζει τεστ κοπώσεως τότε ζητάς από τη ρεσεψιόν (κάτι σαν θυρωρείο σε μια σούδα δίπλα στην τραπεζαρία) το κλειδί του ασανσέρ. Αλλά δεν θα το κάνεις παρά μόνο αν έχεις κινητικά προβλήματα ή αν πρόκειται να κουβαλήσεις βαριές αποσκευές, γιατί το ανεβοκατέβασμα αυτής της σκάλας είναι κι αυτό μια εμπειρία.

Εμπειρία εξ άλλου είναι και το γεγονός ότι καθώς βάζεις το κλειδί στην πόρτα έχεις αυτόματα την αίσθηση ότι μπαίνεις σε σπίτι. Σε κάποιο ιδιωτικό χώρο εξαιρετικά φιλόξενο. Με το ίδιο κλειδί ανοίγεις και την εξώπορτα και την πόρτα του δωματίου σου, οπότε δεν μπερδεύεσαι, αλλά ακόμα κι αν μπερδευτείς και δοκιμάσεις να ανοίξεις πόρτα άλλου δωματίου (πράγμα που δεν γίνεται), κανείς δεν θα σε παρεξηγήσει, και άλλοι ένοικοι μου είπαν χαμογελαστοί ότι το έχουν πάθει.

Μέσα στο Φουνκ, λοιπόν και μάλλον μέσα σε κάθε βερολινέζικη πανσιόν αυτού του τύπου, έχεις την αίσθηση ότι βρίσκεσαι σε ένα – βορειοευρωπαϊκό-  ζεστό σπιτικό, με καλά εμπεδωμένες τις αρχές της  φιλοξενίας και της συγκατοίκησης. Το νιώθεις αυτό παντού. Δεν υπάρχει πολύ προσωπικό, ένας άνθρωπος κάνει όλη τη δουλειά, σερβίρει το πρωϊνό στο μπουφέ, ελέγχει τα δωμάτια και την καθαριότητα του χώρου, σου φέρνει το φορητό στην τραπεζαρία αν τύχει και σε ζητήσει κάποιος στο τηλέφωνο.

Η τραπεζαρία  βουίζει ευχάριστα τα πρωϊνά. Δίπλα σου μπορεί να κάθονται διακριτικοί, κομψοί γερμανοί,  χαρούμενοι φωνακλάδες γάλλοι συνταξιούχοι που ξεσπάνε στα γέλια με κάθε ευκαιρία ή αμερικανοί που συζητάνε χαμηλόφωνα για το πρόγραμμα των επισκέψεών τους στα μουσεία –όπως αυτή η ομάδα των ζωγράφων από το Τέξας που έρχονται κάθε χρόνο στο Βερολίνο, όπως έμαθα, για λόγους εκπαιδευτικούς. Ανάμεσά τους μάλιστα υπήρχε και μια ελληνικής καταγωγής κυρία, η Αλεξάνδρα Μαρουλάκος –  Dubois που στις φλέβες της κυλάει φλογερό αίμα από κάποιο εξωτικό μέρος που δεν συγκράτησα, ανακατεμένο με το εξίσου φλογερό αίμα του Σπαρτιάτη παππού της.

Σαλόνι δεν υπάρχει. Αντ’αυτού ανάκλιντρα, τραπεζάκια και πολυθρονίτσες είναι τοποθετημένα στο χολ – διάδρομο κοντά στην είσοδο του διαμερίσματος και ντουλάπες παραμέσα. Σ’αυτόν ακριβώς το διάδρομο είχα την τύχη να απολαύσω μια πριβέ – παράσταση από μια ωραία δανέζικη φωνή.

Είχαμε πιάσει την ψιλή κουβέντα μια μέρα στο πρωϊνό με την κυρία Birgitte Bruun (www.Birgittebruun.dk) από την Κοπεγχάγη, μαθήτρια της Γκίζελα Μάι, όπως μου είπε. Και όταν της είπα πόσο μου αρέσει ο Μπέρτολντ Μπρεχτ και ο Κουρτ Βάιλ, σηκώθηκε και τραγούδησε γεμάτη πάθος το Surabaya Johnny! Μού είπε μάλιστα ότι θα με σκέφτεται κάθε φορά που θα το τραγουδάει στις συναυλίες. Τιμή μου.

Την ώρα που άρχισαν να ανοίγουν οι πόρτες τριγύρω ένιωσα ελαφρώς αμήχανα. Δεν έδειξαν όμως καθόλου αμήχανοι οι υπόλοιποι ένοικοι. Είναι μπολιασμένοι  με την τέχνη. Στην πανσιόν «Funk», άλλωστε, εξακολουθεί να ζει το πνεύμα μιας αρτίστας του μεσοπολέμου, που έζησε μια ζωή γεμάτη πάθος.

Asta Nielsen, Afgrunden (1910).

Asta Nielsen, Afgrunden (1910).

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s