Sani 3 – Ωδή στην κακαβιά

στις

Το ραντεβού για να αποχαιρετίσουμε τον Σαντορινιό Γιώργο Χατζηγιαννάκη που φεύγει αύριο πρωί πρωί για το νησί του δόθηκε στη μία η ώρα το μεσημέρι στην ψαροταβέρνα του Αλέξη που βρίσκεται στη μέση της μαρίνας.

Ηταν εκεί ο Δημήτρης Μαυρίκος από τη Ρόδο, από το ομώνυμο (εξαιρετικό) εστιατόριο της Λίνδου στη Ρόδο, ο ιδιοκτήτης του αθηναϊκου Breeze (στην πλατεία της Αγίας Παρασκεύης) με τη γυναίκα του και τον μάγειρά του τον Γκίκα, ο Αλβέρτος Αρούχ (αλίας Επίκουρος) με τη Νατάσα, ο Γιώργος Λούκας κι εγώ.

Μας υποδέχτηκαν με τσίπουρο χωρίς (δηλαδή χωρίς γλυκάνισο, με ή χωρίς; σε ρωτάνε και  εννοούν το γλυκάνισο που αρωματίζει το οινόπνευμα αλλά ανεβάζει και τους βαθμούς ) από τρεις ποικιλίες σταφυλιών μας είπε ο μάγειρος ότι το φτιάχνει -μας έφερε για δοκιμή και ένα δεύτερο από κουμαριά με τελείως αλλιώτικη γεύση- και ελιές που κι αυτές είχαν μια εξαιρετική γλυκιά και ελαφρώς πικρούτσική γεύση, ο σεφ τις φτιάχνει μόνος του με αλάτι που όμως δεν εισχωρεί μέσα τους, έχει κι αυτός τα μυστικά του.

Το κουτάλι που υπήρχε μπροστά μας, μάς προϊδέασε, πράγματι σε λίγο ήρθε στη σουπιέρα η κακαβιά που καλύτερή της δεν έχω φάει στη ζωή μου. Ισως πριν από  πολλά χρόνια στην ταβέρνα του Παύλου στον Αγνώντα της Σκοπέλου, ναι εκείνη τη γεύση μου θύμισε. Απλή πολύ απλή ήταν, με πατάτα, καρότο, κρεμμυδάκι φρέσκο και λίγο ψάρι μέσα στον υπέροχο ζωμό που έβγαζε ιωδιούχο άρωμα θάλασσας. Τη γεύση και το άρωμά της, πολύ θα ήθελα αλλά δεν μπορώ να σας τα μεταφέρω.

Ακολούθησαν μύδια τηγανητά που μου θύμισαν ταξίδι στη Θεσσαλονίκη στα παιδικά μου χρόνια και μια λιχουδιά που έτρωγα για πρώτη φορά, αβγά χταποδιού, επίσης αέρινα τηγανισμένα και ένα χταποδάκι στα κάρβουνα, τόσο μαλακό και ζουμερό που σπάνια έχεις την τύχη να δοκιμάσεις.

Σκεφτόμουν ότι αν έτρωγε εδώ ο γιαπωνέζος Νόμπου θα υποκλινόταν ταπεινά μπροστά στον μάγειρο. Ο Αλβέρτος θυμήθηκε τότε ότι  σε παλιότερα φεστιβάλ όλοι οι μεγάλοι γάλλοι σεφ που έχουν περάσει από την ταβέρνα του Αλέξη, έτρωγαν  κατενθουσιασμένοι εδώ κάτω από τον πλάτανο κάθε μεσημέρι.

Μετά ήρθαν τα ψάρια στις πιατέλες, τα τεράστια μάγουλα του μαγιάτικου και ένα χριστόψαρο, ψημένα στα κάρβουνα και για σαλάτα ελάχιστα βρασμένα κολοκυθάκια και ένα βαθύ πιάτο με μυρωδάτη αρμύρα. Ηπιαμε και ένα πολύ ευχάριστο λεμονάτο σοβινιόν βιολογικό της περιοχής, Κωσταντάρας λέγεται  ο παραγωγός του.

Ηρθαν και τα γλυκά. Πρώτη η βαρβάρα που έστειλε για να μας γλυκάνει ο Κατσάνης, εξαιρετικό πρόβειο γιαούρτι της περιοχής με μέλι, γλυκά του κουταλιού (συκαλάκι, λεμόνι, σταφύλι και κυδώνι) και τέλος τα μικροσκοπικά αμυγδαλωτά με το γαρυφαλάκι μπηγμένο στην κορφή τους.

Ολα εξαιρετικά, όπως και η παρέα. Ανανεώσαμε το ραντεβού μας για το βράδυ στο Ουζερί του Saniresort όπου θα δοκιμάσουμε την εξαιρετική (για μένα αποκαλυπτική) μαγειρική του νεαρού Γκίκα Ξενάκη και αποσυρθήκαμε για έναν μεσημεριανό υπνάκο. Με δυσκολία έφτασα στο ξενοδοχείο μου. Τ’ομολογώ.

Κι ας έλεγε η γιαγιά μου ότι το ψάρι είναι φρούτο.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s