Graham Swift – Ενας Βρετανός στην Ελλάδα

στις

Ενας από τους σημαντικότερους νέους βρετανούς συγγραφείς, ο Γκρέιαμ Σουίφτ  ήρθε το Μάϊο στην Αθήνα με την ευκαιρία της πρόσφατης έκδοσης στα ελληνικά τριών νέων βιβλίων του.

graham swift

 Περιπλανώμενος στην Ευρώπη με ένα σακίδιο στην πλάτη, ο Γκρέιαμ Σουίφτ βρέθηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα το καλοκαίρι του 1967. Ηταν μόλις 17 ετών. Και όμως θυμάται έντονα «τη μυρωδιά των ζεστών δρόμων της Αθήνας, σαν ξερά γλυκά μπισκότα. Περισσότερο ίσως μια γεύση είναι παρά μια μυρωδιά» μας είπε λίγο πριν ξανάρθει στην Αθήνα με αφορμή την κυκλοφορία τριών βιβλίων του από τις εκδόσεις της Εστίας.

 Ένα μαχαίρι αγορασμένο στη Βουλγαρία που βρέθηκε πάνω του στο σταθμό του τρένου στη Θεσσαλονίκη έγινε τότε η αφορμή  για να συλληφθεί από την ελληνική αστυνομία, όμως αυτό δεν ήταν αρκετό για να τον αποτρέψει να ξανάρθει.Το 1974 έχοντας απαντήσει σε μια «ύποπτη» αγγελία της αλυσίδας φροντιστηρίων «Στρατηγάκη» ο Σουίφτ βρέθηκε να διδάσκει αγγλικά στο Swift-Making-an-Elephant_sΒόλο. Με το παράδειγμα του Τζον Φόουλς στο μυαλό του, «ο οποίος πήγε να διδάξει σε ένα μαγικό ελληνικό νησί» και εμπνεύστηκε ένα επιτυχημένο μυθιστόρημα, ο Σουίφτ ήλπιζε ότι θα έβρισκε επίσης στην Ελλάδα την έμπνευση που αναζητούσε. Δεν τα κατάφερε. Όπως αναφέρει στο αυτοβιογραφικό «Φτιάχνοντας έναν ελέφαντα», όταν επέστρεψε στο Λονδίνο και διάβασε το χειρόγραφο του μυθιστορήματος που είχε γράψει στο Βόλο κατάλαβε ότι «είχε τα χάλια του. Ανεπανόρθωτα χάλια.» Αλλά δεν αποθαρρύνθηκε.

υδατινη χωραΤο 1983, όταν κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά του «Υδάτινη Χώρα», ο πεζογράφος βρέθηκε μαζί με τους Μάρτιν Εϊμις, Τζούλιαν Μπαρνς, Ουίλιαμ Μπόιντ, Ιαν ΜακΓιούαν και Σαλμαν Ρούσντι στη λίστα με τους καλύτερους νέους βρετανούς συγγραφείς του έγκυρου λογοτεχνικού περιοδικού Granta. Και δεκατρία χρόνια αργότερα κέρδισε το βραβείο Μπούκερ για τις «Τελευταίες Εντολές», βιβλίο το οποίο επανεκδόθηκε πρόσφατα σε νέα μετάφραση της Αντζελας Δημητρακάκη με τίτλο «Τελευταίος Γύρος».  Χιουμοριστική, θλιμμένη, συνταρακτική, η αφήγηση  για τον ηρωϊσμό που απαιτεί η καθημερινή ζωή, περιστρέφεται γύρω από τις σχέσεις μιας παρέας βετεράνων του πολέμου που ζουν στην ίδια λονδρέζικη γειτονιά. Και στο επίκεντρό της βρίσκεται  το ταξίδι που κάνουν στο Μάργκεϊτ για να σκορπίσουν στη θάλασσα τις στάχτες του φίλου τους Τζακ Ντοντς. Το βιβλίο μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο με πρωταγωνιστές στους Μάικλ Κέιν, Μπομπ Χόσκινς, Ντέιβιντ Χέμινγκς και Ελεν Μίρεν ενώ επίσης ταινία έγινε και η «Υδάτινη Χώρα» με πρωταγωνιστή τον Τζέρεμι Αϊρονς.

lastordersfilmposter

 Γεννημένος το 1949 στο Νότιο Λονδίνο, εκεί όπου άλλωστε διαδραματίζονται οι περισσότερες  ιστορίες του, ο Γκρέιαμ Σουίφτ σπούδασε λογοτεχνία στα πανεπιστήμια Καίμπριτζ και Γυορκ.  Τα μυθιστορήματά του δεν είναι για βιαστικούς και ανυπόμονους αναγνώστες. Εξελίσσονται αργά ενώ εξίσου αργά πλάθονται και οι χαρακτήρες του, οι οποίοι μπορεί να είναι χασάπηδες, αγρότες, δημόσιοι υπάλληλοι ή ακαδημαϊκοί, όλοι, όμως, φλέγονται από τα ίδια αναπάντητα υπαρξιακά Wish_You_Were_Here_PB_FCερωτήματα.  Στο «Μακάρι να ήσουν εδώ» – το τελευταίο και ένα από τα καλύτερα βιβλία του Σουίφτ, θα κυκλοφορήσει στα ελληνικά τον επόμενο μήνα σε μετάφραση του Θωμά Σκάσση- ο βρετανός πεζογράφος πλέκει με δεξιοτεχνία τον ιστό των οικογενειακών σχέσεων αποτυπώνοντας ταυτόχρονα τις ψυχολογικές αλλαγές,  που επιφέρει μια κρίση. Το μυθιστόρημα αναφέρεται στην ιστορία δύο οικογενειών κτηνοτρόφων από το Ντέβον, οι οποίοι τη δεκαετία του 1990 επλήγησαν από την ασθένεια των τρελών αγελάδων.  Οι γόνοι τους εγκαταλείπουν την οικογενειακή παράδοση και ο πόλεμος στο Ιράκ έρχεται να επισφραγίσει τη διαδικασία αποξένωσης από τη γη, την οικογένεια και τον καθιερωμένο τρόπο ζωής τους.

Μεταφρασμένο επίσης από τον Θωμά Σκάσση, το «Φτιάχνοντας έναν ελέφαντα» που κυκλοφόρησε μόλις στην Ελλάδα είναι μια συλλογή από δοκίμια, ποιήματα και συνεντεύξεις. Μέσα από τα αυτοβιογραφικά κείμενα του συγγραφέα αναβιώνουν με συγκινητικό τρόπο οι αναμνήσεις του από τις δεκαετίες του ’60 και του ’70, σημαντικά γεγονότα της ευρωπαϊκής ιστορίας όπως η βελούδινη επανάσταση της Πράγας, αλλά και στιγμές με διάσημους φίλους του συγγραφείς όπως ο Σάλμαν Ρούσντι και ο Καζούο Ισιγκούρο.  τελευταιος γυροςΣτα ελληνικά κυκλοφορούν ακόμη τα μυθιστορήματά του «Υδάτινη Χώρα»,  «Το φτερωτό μπαλάκι», «Ο καταστηματάρχης», «Εξω από τον κόσμο αυτό», «Εσαεί»,  «Αύριο» και η συλλογή διηγημάτων «Μαθήματα κολύμβησης», όλα από τις εκδόσεις της Εστίας.

Εκδήλωση

Την Τετάρτη, 15 Μαϊου, στα πλαίσια του κύκλου εκδηλώσεων «Οι συγγραφείς του κόσμου στον Ιανό» ο Γκρέιαμ Σουίφτ συζήτησε με τον Ανταίο Χρυσοστομίδη με αφορμή τα βιβλία του «Τελευταίος Γύρος», «Φτιάχνοντας έναν ελέφαντα» και «Μακάρι να ήσουν εδώ».

Συνέντευξη με τον Γκρέιαμ Σουίφτ

graham_swift.jpg 1

Ποια είναι η πρώτη σας ανάμνηση από την Ελλάδα; Και ίσως η πιο δυνατή;

Οι πρώτες επισκέψεις μου στην Ελλάδα έγιναν πριν από πολύ καιρό, όταν ακόμα ήμουν έφηβος. Θυμάμαι τη μυρωδιά των ζεστών δρόμων της Αθήνας, σαν ξερά, γλυκά μπισκότα, περισσότερο ίσως μια γεύση είναι από μια μυρωδιά. Θυμάμαι την απίστευτη θέα από τους Δελφούς. Θυμάμαι, όταν κοίταξα για πρώτη φορά το Αιγαίο από ψηλά, είδα πολύ βαθιά αλλά πολύ καθαρά σκοτεινές συστάδες από αχινούς – για κάποιον συνηθισμένο στη Μάγχη και τη Βόρεια Θάλασσα, αυτό ήταν μαγικό. Και μετά παντού υπήρχε η απαραίτητη ουσία του ελληνικού τοπίου: απόκρημνα βράχια, κυπαρίσσια, ελιές, λαμπρό φως. Η σύγχρονη Ελλάδα δεν είναι η αρχαία Ελλάδα, η Ελλάδα έχει πολλά πρόσωπα, αλλά για μένα αυτό το τοπίο έχει κάτι το αρχαίο, το διαχρονικό, το πρωτόγονο που καμία άλλη χώρα δεν έχει.
Όταν ήμουν μικρός πολύ λίγοι άνθρωποι ταξίδευαν στο εξωτερικό. Ήταν ένα όνειρο. Ίσως γιατί, από τότε ήμουν παιδί, η ελληνική μυθολογία με γοήτευε και η Ελλάδα ήταν η χώρα που ονειρευόμουν περισσότερο να ταξιδέψω. Τώρα πια, έχω ταξιδέψει σε πολλές χώρες, αλλά η Ελλάδα υπήρξε πάντοτε ιδιαίτερη. Εχει τη γεωγραφία του μύθου.

2. Τι σημαίνει να είσαι συγγραφέας;

Είναι μια ερώτηση χωρίς νόημα! Εγώ απλά είμαι [συγγραφέας], δεν μπορώ να φανταστώ να μην είμαι. Πριν από πολύ καιρό σχημάτισα την επιθυμία να γίνω συγγραφέας, και σταδιακά έγινα. Ήμουν πολύ τυχερός. Ήξερα τι ήθελα να κάνω στη ζωή μου. Το γράψιμο δεν είναι ολόκληρη η ζωή μου, καθόλου, αλλά είναι άρρηκτα συνδεδεμένο μαζί της. Με συνδέει με τον κόσμο, με συνδέει με τους κόσμους άλλων ανθρώπων.

Πώς νιώθετε όταν το ιδιωτικό γίνεται δημόσιο;

Σίγουρα το γράψιμο μοιάζει να διαχωρίζει πολύ έντονα το ιδιωτικό από το δημόσιο. Η ίδια η πράξη της γραφής δεν θα μπορούσε να είναι περισσότερο προσωπική και μοναχική – τα πάντα εξαρτώνται απολύτως από σένα, μόνο εσύ τα γνωρίζεις. Μετά, έρχεται μια στιγμή που ό,τι έχεις κάνει ανήκει, θεωρητικά, σε όλους – η λέξη «δημοσιεύω» σημαίνει «να το κάνω δημόσιο». Στην αρχή μπορεί να είναι ένα σοκ, αλλά τώρα το έχω συνηθίσει εντελώς.  Και είμαι προετοιμασμένος γι ‘αυτό με έναν άλλο τρόπο. Τα μυθιστορήματά μου ποτέ δεν υπήρξαν αυτοβιογραφικά, δεν τα βασίζω άμεσα στη δική μου εμπειρία. Υπ’ αυτή την έννοια η γραφή μου δεν είναι προσωπική. Με το να φαντάζομαι όμως τον εαυτό μου μέσα στις ζωές άλλων, έχω ήδη ξεπεράσει μια γραμμή. Αυτό είναι πολύ πιο σημαντικό από τη διάκριση που κάνουμε συνήθως μεταξύ ιδιωτικού και δημοσίου, και διατηρεί κάτι που συνήθως η λέξη «δημόσιο» δεν προτείνει: την οικειότητα. Θα το θέσω ως εξής: η μυθοπλασία είναι μια πράξη ανταλλαγής. Ένα μυθιστόρημα, μια ιστορία δεν «συμβαίνει», μέχρι να συναντήσει έναν αναγνώστη και μια αόρατη χημεία να προκύψει ανάμεσα σε αυτό που ο συγγραφέας έχει γράψει και στο μυαλό του αναγνώστη. Αυτή η διαδικασία είναι διαφορετική για κάθε αναγνώστη, αφού καθένας προσθέτει τη δική του ζωή και εμπειρία. Είναι μια θαυμάσια δημοκρατική διαδικασία και ταυτόχρονα μια διαδικασία πολύ προσωπική. Τα μυθιστορήματα γράφονται ιδιωτικά και διαβάζονται ιδιωτικά (ακόμα και όταν κάποιος διαβάζει σε ένα γεμάτο τρένο, το κάνει ιδιωτικά, με τη σκέψη του), αλλά αφορούν μια πολύ προσωπική ανθρώπινη ανταλλαγή. Αν γράφεις έντιμα, δεν υπάρχει όριο στο πόσο βαθιά, μπορείς να εισχωρήσεις στις ζωές και στις σκέψεις των χαρακτήρων σου, ούτε υπάρχει κανένα όριο στο πόσο προσωπική μπορεί να είναι η εμπειρία για τον αναγνώστη. Αυτή είναι η πραγματική σημασία της «δημόσιας» πτυχής της γραφής. Δεν έχει καμία σχέση με τη «δημοσιότητα», ούτε (συγχωρήστε με!) με τους συγγραφείς που δίνουν συνεντεύξεις στα μέσα ενημέρωσης. Έχει να κάνει με τους αναγνώστες και με αυτή την αόρατη πολύ προσωπική χημεία που προκύπτει ξανά και ξανά, πάντα με διαφορετικό τρόπο για κάθε διαφορετικό αναγνώστη.

Κάποιοι χαρακτήρες σας είναι άνθρωποι απλοί, χωρίς ιδιαίτερη μόρφωση και με πενιχρό λεξιλόγιο. Πόσο εύκολο είναι άραγε για τον συγγραφέα να αποδώσει το συναισθηματικό τους βάθος όταν οι ήρωές του δεν μπορούν να διατυπώσουν τα συναισθήματά τους, ούτε καν να τα αγγίξουν.

Θα ήθελα απλώς να πω ότι αυτή είναι η τέχνη του συγγραφέα. Είναι θέμα φαντασίας, ενσυναίσθησης, εντιμότητας και, πάντοτε, σεβασμού προς το άτομο. Οι άνθρωποι έχουν εσωτερική ζωή, ανεξάρτητα από το αν την εξωτερικεύουν δίνοντάς της φωνή ή όχι. Ενα μεγάλο μέρος της ζωής παραμένει ανείπωτη. Αυτό μπορεί να συμβαίνει εξίσου σε ανθρώπους που μπορούν ή δεν μπορούν να διατυπώνουν με ευφράδεια τις σκέψεις τους, δεδομένου ότι οι λέξεις μπορούν και να αποκρύπτουν και να είναι αποκαλυπτικές. Νομίζω ότι ένας από τους σκοπούς της μυθοπλασίας είναι να δίνει φωνή στο εσωτερικό της ζωής των ανθρώπων που ποτέ δεν θα μπόρεσσαν να το κάνουν οι ίδιοι. Και πάλι, είναι μια δημοκρατική διαδικασία, αλλά πρέπει να γίνεται με μεγάλη ευαισθησία. Με την ευκαιρία να πω ότι  δεν είναι όλοι οι χαρακτήρες μου ταπεινοί και με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο. Έχω γράψει ολόκληρα μυθιστορήματα στα οποία οι βασικοί χαρακτήρες είναι ευκατάστατοι, μορφωμένοι και ευφράδεις. Αλλά θα ήθελα να επαναλάβω ότι ακόμη και στην περίπτωσή τους, η εσωτερική ιστορία μπορεί να κρύβεται. Εστω και αν είναι κάτι που ίσως όλοι λαχταρούμε, πόσοι από εμάς έχουν άραγε την ευκαιρία (ή τολμούν να την αρπάξουν) να πουν, «Αυτή είναι η ιστορία μου, έτσι είναι πραγματικά για μένα αυτό, μέσα μου»;. Η μυθοπλασία έρχεται να σώσει την κατάσταση.

Από το «Φτιάχνοντας έναν ελέφαντα» μάθαμε ότι μεγαλώσατε σε ένα ασφαλές μικροαστικό περιβάλλον. Πώς γίνεται να γράφετε για τις ζωές ανθρώπων όπως ο χασάπης Τζακ Ντοντζ και οι οικογένειες των κτηνοτρόφων από το Ντέβον; Κάνετε έρευνα;

Δεν θα έλεγα ότι το περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσα ήταν πράγματι τόσο ασφαλές, ή τόσο αστικό. Σαν παιδί το είχα αντιληφθεί ως ασφαλές. Είχα αυτό που υποτίθεται ότι δεν μετατρέπει τους ανθρώπους σε συγγραφείς: μια ευτυχισμένη παιδική ηλικία! Στην πραγματικότητα, ήταν χρόνια μεταπολεμικά, γνωστά ως «χρόνια της λιτότητας» πράγμα εξαιρετικά οικείο στους Έλληνες τώρα.. Μπορώ να θυμηθώ τις καταστροφές που προκάλεσε ο πόλεμος στο Λονδίνο, μπορώ να θυμηθώ τα δελτία. Προέρχομαι (αν και δεν μου αρέσει να ταξινομώ) από την «κατώτερη μεσαία τάξη», όχι από βολεμένους αστούς. Νομίζω ότι οι γονείς μου προσπάθησαν σκληρά για να «τα βγάλουν πέρα», αλλά τα κατάφεραν, έτσι δεν έμαθα τι θα πει κακουχία. Ήμουν επίσης τυχερός γιατί μεγάλωσα με αυτό που ήταν γνωστό ως κράτος πρόνοιας. Είχα εκπαιδευτικά πλεονεκτήματα που οι γονείς μου δεν είχαν.
Αλλά όσο χαρούμενος κι αν ήμουν, το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγάλωσα, ήταν πολύ συμβατικό. Δεν ήταν ένα περιβάλλον που ενθαρρύνει κάτι επικίνδυνο, όπως το να γίνεις συγγραφέας. Μετά από ένα πόλεμο, οι άνθρωποι δεν ήθελαν κινδύνους, ήθελαν ασφάλεια και ομαλότητα. Η παιδική μου φαντασία περιπλανιόταν μέσα σε όλα αυτά -διάβασα πολύ- και σταδιακά ίσως άρχισε να επαναστατεί. Ίσως ένα μέρος της επιθυμίας μου να γίνω συγγραφέας να ήταν και μια επιθυμία να ζήσω επικίνδυνα.
Πώς συνέβη να γράψω για χασάπηδες, αγρότες και κάθε είδος άλλων ανθρώπων; Νομίζω ότι το έχω απαντήσει ήδη. Είναι η τέχνη του συγγραφέα. Εξαρτάται από τη φαντασία και ίσως από μια πίστη ότι κατά βάθος, ανεξάρτητα από το δρόμο της ζωής τους, οι άνθρωποι δεν διαφέρουν τόσο μεταξύ τους. Προσπαθώ να γράφω για πράγματα που όλοι έχουμε από κοινού, για σημαντικά ανθρώπινα πράγματα.
Σίγουρα αυτό δεν γίνεται μετά από έρευνα. Αυτό είναι μια τρελή ιδέα. Όλα τα μυθιστορήματα απαιτούν κάποια έρευνα, αλλά η έρευνα είναι το λιγότερο σημαντικό, το πιο υπερτιμημένο και το πιο πληκτικό κομμάτι της γραφής. Προσπαθώ να κάνω όσο λιγότερη έρευνα μπορώ!

Ποιος συγγραφέας σας έχει επηρεάσει περισσότερο;

Υπάρχουν συγγραφείς που επηρεάζονται από οτιδήποτε διαβάζουν. Και άλλοι που δεν επηρεάζονται καθόλου, γράφουν απλά με τον δικό τους τρόπο. Σε μένα συμβαίνει βασικά αυτό. Γράφω από ένστικτο, και εμπιστεύομαι το ένστικτό μου όλο και περισσότερο. Δεν ξέρω αν έχω επηρεαστεί, τεχνικά τουλάχιστον, από άλλους συγγραφείς. Δεν προσπαθώ να γράψω όπως ο Χ ή Υ. Σε κάθε περίπτωση, πιστεύω ότι το πιο σημαντικό δεν είναι οι «επιρροές» από συγγραφείς τους οποίους επιθυμείς να μιμηθείς, αλλά οι συγγραφείς, που απλά άναψαν μέσα σου τη φωτιά της γραφής και οι οποίοι σε κάνουν να χαίρεσαι που είσαι κι εσύ συγγραφέας. Αυτοί οι συγγραφείς μπορεί να είναι διαφορετικοί στα διάφορα στάδια της ζωής. Όταν ήμουν πολύ νεότερος, στο τέλος της εφηβείας μου -και μάλιστα στην Ελλάδα!-  πήρα φωτιά διαβάζοντας τις ιστορίες του ρώσου συγγραφέα Ισαάκ Μπάμπελ. Έχω γράψει για αυτό στο «Φτιάχοντας έναν ελέφαντα». Οι Ρώσοι συγγραφείς υπήρξαν ανέκαθεν πολύ σημαντικοί για μένα. Ο Τολστόι στα καλύτερά του είναι ασύγκριτος, οι ιστορίες του Τσέχοφ είναι ασύγκριτες. Εάν είσαι άγγλος, υπάρχει φυσικά ο Σαίξπηρ -είναι στο αίμα μας-, αλλά έχω πάρει επίσης πολλά και από έναν συγγραφέα που επηρέασε τον Σαίξπηρ: είναι ο Μοντέν. Τα δοκίμιά του έχουν εκείνη την ποιότητα που αγκαλιάζει όλη την ανθρώπινη ζωή και κάτι από τη σφαίρα του ιδιωτικού που μοιάζει με την οικειότητα της μυθοπλασίας. Οι επιρροές, φυσικά, δεν είναι απαραίτητο να προέρχονται από άλλους συγγραφείς. Νομίζω ότι υπάρχουν ισχυρές συνδέσεις ανάμεσα στο γράψιμο και τη μουσική.

Τελικά «να ζει κανείς ή να μη ζει»;
Το «να ζει κανείς ή να μη ζει»  ίσως είναι το σημαντικότερο ερώτημα που υπάρχει, αλλά νομίζω ότι υπάρχει άλλο ένα, εξίσου ζωτικής σημασίας: «να πει κανείς ή να μην πει». Αυτή η μικρή αγγλική λέξη, το «λέω», μπορεί να σημαίνει όχι μόνο να αφηγηθώ, αλλά και να κατανοήσω, να αντιληφθώ, να διακρίνω. Κρύβει έναν υπαινιγμό σοφίας. Νομίζω ότι όλοι γνωρίζουμε καταστάσεις στη ζωή όπου το να πεις κάτι μπορεί να είναι επικίνδυνο, έως και καταστροφικό. Επίσης καταστάσεις, όπου το να μην πεις κάτι μπορεί να είναι εξίσου επικίνδυνο ή καταστροφικό. Νομίζω ότι ως ανθρώπινα όντα είμαστε πλάσματα που μπορούν να μιλήσουν μεταξύ τους για διάφορα πράγματα, αν και μερικές φορές θεωρούμε ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να το κάνουμε. Έχω ήδη πει ότι ένας από τους σκοπούς της μυθοπλασίας είναι να πει την «ανείπωτη ιστορία», να δώσει φωνή στο κρυμμένο (συγκαλυμμένο). Τα μυθιστορήματα μου συχνά έχουν σχέση με κάποια δύσκολη αφήγηση. Τελικά, η μυθοπλασία, για μένα, δεν είναι κάποια ξεχωριστή, ειδική κατηγορία, έχει να κάνει με την ουσία της ίδιας της ζωής. Και προσπαθώ να της δώσω όλο το χαρακτήρα του επείγοντος, όλη την οικειότητα και όλη την ανθρώπινη ευθύνη που νιώθουμε όταν, στη ζωή, κοιτάζουμε κάποιον άλλο στα μάτια και του λέμε  «υπάρχει κάτι που πρέπει να σου πω».  Ολοι έχουμε βρεθεί σε παρόμοια κατάσταση και όλοι γνωρίζουμε ότι από τη στιγμή που έχουμε πει αυτά τα λόγια, και έχουμε ρίξει αυτό το βλέμμα, δεν υπάρχει γυρισμός. Τότε είναι που όλοι ερχόμαστε αντιμέτωποι την τέχνη της αφήγησης.

Δημοσιεύτηκε στα Νέα – Βιβλιοδρόμιο, Σαββατοκύριακο 18-19 Μαϊου 2013

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s